Δημοσιεύσεις

Στο μενού αυτό μπορείτε να ανατρέξετε στις εφημερίδες που εξέδωσε ο Σύλλογος Αρτοτινών με αφετηρία το έτος 2009.

Επιπλέον έχετε τη δυνατότητα να μελετήσετε άρθρα τα οποία αφορούν τον πολιτισμό, την ιστορία, τα ήθη και τα έθιμα της Αρτοτίνας καθώς και να μας κοινοποιήσετε τις δικές σας σκέψεις καθώς και προσωπικά σας έργα. Tο περιεχόμενο των κειμένων θα έχει αποκλειστικά θεματικό κέντρο τον πολιτισμό, τις παραδόσεις, τα ήθη και τα έθιμα της ιδιαίτερης πατρίδας μας καθώς και της εύρυτερης περιοχής της Δωρίδος.

Αν επιθυμείτε να μας κοινοποιήσετε το κείμενο σας προκειμένου να το αναρτήσουμε στην ιστοσελίδα μας, μπορείτε να μας το αποστείλετε ηλεκτρονικά στη διεύθυνση artotina.diakos@gmail.com αναγράφοντας ως θέμα “Άρθρο προς ηλεκτρονική ανάρτηση” καθώς και το ονοματεπώνυμο σας.

 

Εφημερίδες

ΕΦΗΜΕΡΙΔΕΣ ΕΤΟΥΣ 2020 Ιανουάριος-Φεβρουάριος -Μάρτιος 2020  Απρίλιος-Μάιος-Ιούνιος 2020 Ιούλιος-Αύγουστος-Σεπτέμβριος 2020
ΕΦΗΜΕΡΙΔΕΣ ΕΤΟΥΣ 2019
ΕΦΗΜΕΡΙΔΕΣ ΕΤΟΥΣ 2018
ΕΦΗΜΕΡΙΔΕΣ ΕΤΟΥΣ 2017
ΕΦΗΜΕΡΙΔΕΣ ΕΤΟΥΣ 2016
ΕΦΗΜΕΡΙΔΕΣ ΕΤΟΥΣ 2015
ΕΦΗΜΕΡΙΔΕΣ ΕΤΟΥΣ 2014
ΕΦΗΜΕΡΙΔΕΣ ΕΤΟΥΣ 2013

ΕΦΗΜΕΡΙΔΕΣ ΕΤΟΥΣ 2012

ΕΦΗΜΕΡΙΔΕΣ ΕΤΟΥΣ 2011

ΕΦΗΜΕΡΙΔΕΣ ΕΤΟΥΣ 2010

Αρθρογραφία

Αν επιθυμείτε να μας κοινοποιήσετε το κείμενο σας προκειμένου να το αναρτήσουμε στην ιστοσελίδα μας, μπορείτε να μας το αποστείλετε ηλεκτρονικά στη διεύθυνση artotina.diakos@gmail.com αναγράφοντας ως θέμα “Άρθρο προς ηλεκτρονική ανάρτηση” καθώς και το ονοματεπώνυμο σας.

Tο  θεματικό κέντρο των εν λόγω κειμένων θα αφορά στον πολιτισμό, τις παραδόσεις, τα ήθη και τα έθιμα της ιδιαίτερης πατρίδας μας καθώς και της εύρυτερης περιοχής της Δωρίδος.

Θα χαρούμε να φιλοξενήσουμε τα έργα σας.

Οι οπλαρχηγοί της Αρτοτίνας κατά την προεπαναστατική και επαναστατική περίοδο του 1821- Δρ. Ιστορίας Δημήτρης Τσιάμαλος

“Όταν ένα έθνος λαχταράει την ανεξαρτησία του, η επανάσταση είναι ενδεχόμενη, όταν όμως, μαζί με το πάθος για την ελευθερία, το έθνος αυτό οιστρηλατείται και από την ορμή για εκδίκηση, τότε η επανάσταση είναι αναπόφευκτη” γράφει ο Γεώργιος Φίνλεϋ, στο πόνημά του ,Ιστορία Ελλ. Επαναστάσεως,
Και είναι αλήθεια, κυρίες και κύριοι, ότι το ελληνικό έθνος ποθούσε από την πρώτη στιγμή την ελευθερία του και διακατεχόταν από την ορμή της εκδίκησης λόγω των ανείπωτων κατατρεγμών που υπέστη στην πολύχρονη δουλεία του.

Δεκάδες επαναστατικά κινήματα των Ελλήνων εναντίον των Τούρκων καταγράφηκαν στο διάστημα των τετρακοσίων χρόνων σκλαβιάς. Η Πελοπόννησος, η Στερεά, η Ήπειρος, η Θεσσαλία, η Μακεδονία ήταν οι βασικές εστίες της διαχρονικής αντίστασης του υπόδουλου ελληνισμού.

Ξεχωριστή όμως θέση στην ιστορία των επαναστατικών κινημάτων και του Κλεφταρματολισμού έχει η Στερεά. Δυσανάλογα μεγάλος ο αριθμός των Κλεφτών, Αρματολών και των αρματολικιών στην εν λόγω περιοχή σε σχέση με τις υπόλοιπες περιοχές του ελλαδικού χώρου.

Πώς και γιατί αναπτύχθηκε σε τέτοιο βαθμό το Κλεφταρματολικό φαινόμενο στη Στερεά Ελλάδα; Ποιες συνθήκες συνέβαλαν στη γιγάντωσή του; Πάντως αυτή η γιγάντωση και η ένταση του κλεφταρματολικού φαινομένου της Στερεάς και δη της Δυτικής Στερεάς δεν ήταν άσχετη με την έξαρση του ληστρικού φαινομένου στην περιοχή ούτε ασύνδετη με τη γεωμορφολογική ιδιαιτερότητα του συγκεκριμένου χώρου. Τα απρόσιτα βουνά, τα άγρια τοπία με την οργιώδη βλάστηση δημιουργούσαν φυσικές κρύπτες για τους καταδιωκόμενους και φυσικά ερείσματα για ένοπλη αντίσταση και κλεφτοπόλεμο με τον κατακτητή.

Η δημιουργία πολυάριθμων αρματολικιών στη Στερεά και κυρίως στη Δυτική Στερεά αποδεικνύει εκτός των άλλων και την αδυναμία του οθωμανικού συστήματος να καθυποτάξει αυτούς τους σκληροτράχηλους ορεινούς πληθυσμούς, οι οποίοι όριζαν τις ορεινές διαβάσεις και τα στενά περάσματα δημιουργώντας έτσι ένα σύστημα ελέγχου των συγκοινωνιών από και προς τη Δυτική Στερεά.

Ανάλογη γεωμορφολογία είχε και η Αρτοτίνα και ως μέρος της ευρύτερης περιοχής της Δυτικής Στερεάς υπέκειτο στις ίδιες κοινωνικοπολιτικές αντιξοότητες. Το κλεφταρματολικό φαινόμενο σ’ αυτόν εδώ τον τόπο υπήρξε τόσο έντονο, ώστε δικαίως από πολλούς ιστορικούς ονομάστηκε η Αρτοτίνα καπετανοχώρι. Και προεπαναστατικά αλλά και κατά την περίοδο της Επανάστασης του ’21 ονομαστοί οπλαρχηγοί κατάγονταν απ’ την Αρτοτίνα ή για να είμαστε ακριβείς γεννήθηκαν στην Αρτοτίνα. Ο Λουκάς Καλιακούδας, ο Αθανάσιος Διάκος, ο Ανδρίτσος Σαφάκας, ο Σκαλτσοδήμος, ο Ιωάννης Ρούκης, ο Αντώνης Κοντοσόπουλος και ο Γιάννης Φαρμάκης είναι οι επιφανέστεροι των ενόπλων που γεννήθηκαν και ανδρώθηκαν στην Αρτοτίνα και έπαιξαν σημαίνοντα ρόλο στην απελευθέρωση του Έθνους.
Αγαπητοί φίλοι, για να μη σας κουράσω με τις λεπτομέρειες της ταραγμένης ζωής και της ποικίλης δράσης των εν λόγω οπλαρχηγών και, καθώς λίγο πολύ γνωρίζετε τα βιογραφικά τους, θα μου επιτρέψετε να εκθέσω εν συντομία κάποιες βασικές πληροφορίες για τη ζωή και τη δράση τους και στη συνέχεια θα σταθώ σε ορισμένα ζητήματα- σε σχέση πάντα με τους οπλαρχηγούς μας- που η ιστορική έρευνα δεν είχε μέχρι τώρα επαρκώς αναδείξει, όπως: τα αρματολικά – συγγενικά δίκτυα της περιοχής, τις διασυνδέσεις των οπλαρχηγών με την τότε πολιτική- επαναστατική εξουσία και το ρόλο του Αλή πασά και του τουρκικού παράγοντα στις τοπικές διαρματολικές σχέσεις και στα αρματολικά ειωθότα της εποχής.

Ο Λουκάς Καλιακούδας γεννήθηκε στην Αρτοτίνα γύρω στα 1760. Νέος εντάχθηκε στην κλέφτικη ομάδα του περίφημου Ανδρούτσου –πατέρα του Οδυσσέα Ανδρούτσου- και έγινε πρωτοπαλίκαρό του. Πολέμησε στο πλευρό του Ανδρούτσου στην Πελοπόννησο, μετά την αποτυχία της εκστρατείας του Λάμπρου Κατσώνη (1792).

Ο Λουκάς Καλιακούδας γυρίζοντας στη Ρούμελη εξακολούθησε τον αγώνα κατά των Τούρκων και των Τουρκαλβανών του Αλή πασά, που εκείνη την εποχή καταδίωκε απηνώς τους Κλεφταρματολούς της Στερεάς στην προσπάθειά του να αναδιατάξει και αποδυναμώσει το αρματολικό σύστημα. Σε μια τέτοια καταδιωκτική επιχείρηση, ο Λουκάς Καλιακούδας, σκοτώθηκε από τους Τουρκαλβανούς του Μετζομπόνο στο χωριό Γαβρολίμνη Ναυπακτίας (1804), μαχόμενος ηρωικά με τα εκατόν είκοσι παλικάρια του.

Ο Δήμος Σκαλτσάς γεννήθηκε στην Αρτοτίνα ανάμεσα στα 1760 με 1765. Νέος ο Σκαλτσοδήμος μπήκε στο ένοπλο σώμα των Κοντογιανναίων, ονομαστών Κλεφτών και ύστερα Αρματολών της Υπάτης. Αργότερα εντάχθηκε στο σώμα του οπλαρχηγού του Ζυγού, Τσαμ Καλόγερου, που τότε δρούσε στη Δωρίδα και ιδιαίτερα στα Βαρδούσια. Κι όταν εκείνος κατέφυγε στην Ήπειρο, ο Σκαλτσοδήμος έγινε καπετάνιος της κλέφτικης ομάδας με πρωτοπαλίκαρα τους συγχωριανούς του Διάκο και Γούλα.

Μερικά χρόνια αργότερα επεδίωξε να γίνει Αρματολός Λιδωρικίου χρησιμοποιώντας την προσφιλή μέθοδο της εποχής, τον εκβιασμό. Απήγαγε λοιπόν την Κρυστάλλω, κόρη του προύχοντα της Κωστάριτσας, Αναγνώστη Μπαμπαλή με σκοπό να μεσολαβήσει στον Αλή προκειμένου να πάρει το αρματολίκι της Δωρίδας. Ο εκβιασμός πέτυχε και, χωρίς να προσκυνήσει, πήρε το αρματολίκι Λιδωρικίου, το οποίο μοιράστηκε με το Διάκο. Οι σχέσεις των δυο ανδρών δεν ήταν καλές και οξύνθηκαν με την απαγωγή της Κρυστάλλως που σύμφωνα με την παράδοση ήταν <<σταυραδελφή>> του Διάκου.

Οι καθημερινές προστριβές και η ψυχρότητα που επέδειξε στο τέλος ο Σκαλτσοδήμος προς το Διάκο ανάγκασαν τον τελευταίο να φύγει για τα Σάλωνα. Μόνος πια και αναμφισβήτητος καπετάνιος της Δωρίδας ο Σκαλτσοδήμος φρόντισε να κρατήσει το αρματολίκι του και στα χρόνια της αποστασίας του Αλή πασά (1820) με τη μεσολάβηση των προκρίτων Δωρίδας, Παναγιώτη Λιδωρίκη και Τριαντάφυλλου Αποκορίτη, στον σουλτανικό πασά της Ναυπάκτου, Πεχλιβάν ή Μπαμπά πασά.
Λίγο πριν την Επανάσταση ο Σκαλτσοδήμος ήταν μυημένος στη Φιλική Εταιρεία και προετοιμασμένος για το μεγάλο ξεσηκωμό. Έτσι στις 28 Μαρτίου 1821 απελευθέρωσε το Λιδωρίκι, ενώ ταυτόχρονα το πρωτοπαλίκαρό του, ο Θοδωρής Χαλβατζής το Μαλανδρίνο.

Στη συνέχεια ο Σκαλτσοδήμος, δημιούργησε μόνιμο στρατόπεδο στο Μακρυκάμπι, που διατηρήθηκε σε όλη τη διάρκεια του Αγώνα και πήρε μέρος σε πολλές μάχες, με τελευταία αυτή της Γρανίτσας.

Μετά την πτώση του Μεσολογγίου αποσύρθηκε στην Πελοπόννησο, όπου και πέθανε στις αρχές Σεπτεμβρίου 1826.

Ο Αθανάσιος Διάκος γεννήθηκε στην Αρτοτίνα ανάμεσα στα χρόνια 1781-1790. Μετά το θάνατο του πατέρα του και του αδελφού του Αποστόλη από τους Τούρκους, ο Διάκος μπήκε σε ηλικία 12 περίπου ετών στο μοναστήρι του Προδρόμου της Αρτοτίνας. Χειροτονήθηκε στη συνέχεια διάκος και με το αξίωμα αυτό, το οποίο στη συνέχεια κυριάρχησε ως επώνυμο πέρασε στην ιστορία. Τον βρίσκουμε στη συνέχεια στο σώμα του Κλεφταρματολού Τσαμ Καλόγερου ως πρωτοπαλίκαρο. Κι όταν το αρματολίκι της Δωρίδας πέρασε στα χέρια του Σκαλτσοδήμου και ο ίδιος πήρε το πάνω κόλι προς τα Βαρδούσια, αναγκάστηκε να φύγει από τη Δωρίδα λόγω αντιζηλίας και προστριβών με τον Σκαλτσά και να περάσει στα Σάλωνα κι από εκεί στη Λειβαδιά και στον Οδυσσέα, που τον έκανε πρωτοπαλίκαρό του.

Στα 1818 μυήθηκε στη Φιλική και όταν ο Οδυσσέας, ως οπλαρχηγός του Αλή πασά, έφυγε από τη Λειβαδιά και πήγε στα Γιάννενα, λόγω της επικείμενης σύγκρουσης Αλή πασά –σουλτανικών δυνάμεων, ο Διάκος πήρε τη θέση του κι έγινε αρχηγός των όπλων στη Λειβαδιά και στο Ταλάντι.
Στις 28 Μαρτίου 1821 ο Διάκος κήρυξε την Επανάσταση στη Λειβαδιά, μαζί με τον ηρωικό δεσπότη Σαλώνων, Ησαΐα, την οποία και απελευθέρωσε. Ταυτόχρονα με συνθηματικό γράμμα του προς τον Αντώνη Κοντοσόπουλο έδωσε εντολή να ξεσηκωθούν οι Έλληνες και στην επαρχία Ταλαντίου. Στη συνέχεια με άλλη διαταγή του ο Β. Μπούσγος και ο Λάππας κατελάμβαναν τη Θήβα.

Τέλος ο Διάκος μαζί με άλλους οπλαρχηγούς πήρε μέρος στις μάχες της Μπουντουνίτσας και της Υπάτης. Η μάχη όμως που τον έκανε θρύλο και σύμβολο της ελευθερίας ήταν η μάχη της Αλαμάνας (22-4-1821), όπου και έχασε τη ζωή του.

Ο Ανδρίτσος Σαφάκας γεννήθηκε στην Αρτοτίνα στα 1775-1780. Μπήκε νωρίς στην κλέφτικη ζωή. Πριν από το 1806 έγινε καπετάνιος σε κλέφτικη ομάδα και εκείνη τη χρονιά κατέφυγε προσωρινά στην Αγία Μαύρα, για να σωθεί από την καταδιωκτική μανία του Αλή πασά. Η κλέφτικη δράση του Σαφάκα συνεχίστηκε ως τα 1812. Στη συνέχεια προσκύνησε το Βελή και αναγνωρίστηκε καπετάνιος των Κραβάρων.

Στα 1820 ήταν ήδη μυημένος στη Φιλική Εταιρεία. Με την έναρξη της Επανάστασης ο Σαφάκας είχε να επιτελέσει δυο αποστολές: η πρώτη ήταν να κρατάει την ορεινή διάβαση της Οξιάς και να εμποδίζει τη διέλευση τούρκικων στρατευμάτων. Και η δεύτερη να δίνει βοήθεια σε άλλα μαχόμενα ελληνικά Σώματα.
Για να ανταποκριθεί στην αποστολή του αυτή, ο Σαφάκας κατασκεύασε στη ράχη της Οξιάς οχυρωματικά έργα (ταμπούρια) που ονομάστηκαν <<του Σαφάκα τα ταμπούρια>>. Σ’ αυτή τη στρατηγική θέση ο Σαφάκας διατηρούσε μόνιμο στρατόπεδο (ορδί). Από τον Απρίλιο του 1821 και μετά o Σαφάκας έλαβε μέρος σε διάφορες μάχες με σημαντικότερη αυτή της Παπαδιάς. Προστάτεψε τα απροσκύνητα χωριά των Κραβάρων, όταν οι πασάδες Σκόντρα και Ισμαήλ με ισχυρές τουρκικές δυνάμεις εισέβαλαν στα Κράβαρα.

Προστάτεψε τον πληθυσμό της Αρτοτίνας, όταν <<οι Καρπενησιώτες Τούρκοι ακολουθώντας το σύρραχο της Οξιάς …ξεχύθηκαν προς Σιτίστα, με διαθέσεις να στραφούν και προς την Αρτοτίνα.>> Τον Ιούλιο του 1825 ενίσχυσε με δυνάμεις του τους πολιορκημένους του Μεσολογγίου.
Μετά την πτώση του Μεσολογγίου έκανε καπάκια με τους Τούρκους, για να σώσει τους πληθυσμούς. Ακολούθησε τον Καραϊσκάκη, όταν έγινε αρχιστράτηγος, και μετά το θάνατό του ξαναπήρε αμνηστία.

Ωστόσο ο Σαφάκας εξακολουθούσε να είναι επίφοβος για τους Τούρκους. Έτσι στα τέλη Αυγούστου του 1828 τον συνέλαβαν και τον οδήγησαν ως όμηρο στα Γιάννενα μαζί με τα πιστά παλικάρια του. Κατόρθωσε να δραπετεύσει, μαζί με τους συντρόφους του και δολοφονήθηκε στο γεφύρι της Τατάρνας από ανθρώπους του αδελφοποιτού του Σωτήρη Στράτου, συνεργατών των Τούρκων και του Κιουταχή.

Ο Αντώνης Κοντοσόπουλος ή Γεράντωνος γεννήθηκε κι αυτός στην Αρτοτίνα στα 1790-1792. Από νωρίς ακολούθησε την κλέφτικη ζωή. Η έναρξη της Επανάστασης του 1821 βρήκε τον Κοντοσόπουλο, μυημένο στη Φιλική και οπλαρχηγό του Ταλαντίου (Αταλάντης). Στη θέση αυτή τοποθετήθηκε από τον πρώτο του ξάδελφο, τον Αθανάσιο Διάκο. Όταν ξέσπασε η Επανάσταση, ειδοποιημένος από το Διάκο, στις 29 Μαρτίου μπήκε στην Αταλάντη, και την απελευθέρωσε.

Έλαβε μέρος στη μάχη της Αλαμάνας, της Υπάτης, των Βασιλικών, στη μάχη της Άμπλιανης (1824). Από το 1826 πέρασε στις διαταγές του Γ. Καραϊσκάκη με τον οποίο πολέμησε στις μάχες της Δομβραίνας και στη μεγάλη μάχη της Αράχωβας. Επίσης πήρε μέρος στη μάχη του Φαλήρου και την επόμενη χρονιά (1827) κυρίευσε το φρούριο του Ακροκορίνθου. Στη συνέχεια και μέχρι το τέλος του Αγώνα και την απελευθέρωση, ο Κοντοσόπουλος δεν έπαψε να αγωνίζεται με σθένος και αυταπάρνηση.

Ο Ιωάννης Ρούκης γεννήθηκε στην Αρτοτίνα στα 1795 και σε ηλικία δεκαπέντε ετών μπήκε στο κλέφτικο σώμα του Πανουργιά και του Γ. Κοσκινά. Στο σώμα αυτό έμεινε τρία χρόνια. Στη συνέχεια υπηρέτησε στο στρατό του Οδυσσέα Ανδρούτσου και, όταν ξέσπασε η σύγκρουση Αλή και σουλτανικών δυνάμεων κι ο Οδυσσέας πήγε στα Γιάννενα, ο Ρούκης μπήκε κάτω από τις διαταγές του άλλου οπλαρχηγού της Λειβαδιάς, του Διάκου. Με την κήρυξη της Επανάστασης, ο Ρούκης πολέμησε μαζί με το Διάκο για την απελευθέρωση της Λειβαδιάς και της Μενδενίτσας.

Πήρε μέρος στην πολιορκία της Υπάτης, στις μάχες των Βασιλικών και της Περαχώρας Λουτρακίου, στα Βρυσάκια της Εύβοιας, στον Μαραθώνα, στο Κερατσίνι, στην Αράχοβα, στη Φοντάνα και στο Δίστομο. Την επόμενη χρονιά δηλ. στα 1828 ενίσχυσε τον Κίτσο Τζαβέλα στη μάχη της Σεργούλας και στις εκκαθαριστικές επιχειρήσεις που ακολούθησαν. Κι αυτός δεν απέφυγε τα καπάκια με τους Τούρκους. Τον Μάρτιο 1829, ο Ρούκης, πολέμησε στην πολιορκία της Ναυπάκτου, των Θηβών και στην τελευταία μάχη του Αγώνα του ’21, στη μάχη της Πέτρας.

Ο Ρουμελιώτης οπλαρχηγός Γιάννης Φαρμάκης γεννήθηκε στην Αρτοτίνα στα 1801. Μικρός σε ηλικία, δεκάξι ετών, έγινε Κλέφτης και μπήκε στο ένοπλο σώμα του Σαφάκα, στον οποίο οφείλει το επώνυμό του, καθώς το κανονικό του ήταν Φουσέκης.

Η επαναστατική του δράση ήταν πλούσια, καθώς πήρε μέρος στις σημαντικότερες μάχες της Στερεάς, όπως στη μάχη της Υπάτης, στο Χάνι της Γραβιάς, στη μάχη των Βασιλικών, σε μάχες στη Ναυπακτία και την Ευρυτανία. Στην περίφημη μάχη της Παπαδιάς (1825) έσωσε με την επέμβασή του το Σαφάκα, ο οποίος είχε αποκλειστεί από τους Τούρκους. Στη συνέχεια ο Γιάννης Φαρμάκης αγωνίστηκε στην ορεινή Δωρίδα, το 1826 στην Αράχοβα, το 1827 στο Κερατσίνι. Την επόμενη χρονιά (1828) έλαβε μέρος, μαζί με άλλους Ρουμελιώτες ενόπλους, στις εκκαθαριστικές επιχειρήσεις που έκανε ο Κίτσος Τζαβέλας στη Σεργούλα, στη Λομποτινά, στην Τέρνοβα και αλλού.

Αγαπητοί φίλοι, είπαμε πιο πάνω πως στη Στερεά, περισσότερο από κάθε άλλο μέρος της σκλαβωμένης Ελλάδας, αναπτύχθηκε το αρματολικό σύστημα και εντοπίσαμε τις αιτίες αυτού του φαινομένου, που ήταν η έξαρση του ληστρικού φαινομένου στην περιοχή, η γεωμορφολογική ιδιαιτερότητα του συγκεκριμένου χώρου και η αδυναμία του οθωμανικού συστήματος να καθυποτάξει αυτούς τους σκληροτράχηλους ορεινούς πληθυσμούς.

Αν η γέννηση και η ανάπτυξη του αρματολικού φαινομένου στο συγκεκριμένο χώρο υπακούει στην ως άνω αιτιολογία, η μακρόχρονη διατήρησή του όμως εξηγείται με βάση συγκεκριμένες στρατηγικές που ανέπτυξε το αρματολικό σύστημα για τη διαιώνισή του. Μια τέτοια στρατηγική ήταν η συγκρότηση οριζοντίων δικτύων επικοινωνίας που συγκροτούσαν οι Αρματολοί με βάση τις οικογενειακά κατευθυνόμενες επιγαμίες. Με άλλα λόγια συνδέονταν οι αρματολικές οικογένειες όμορων περιοχών με γάμους, προκειμένου να εξασφαλίσουν ισχυρές συμμαχίες που θα άντεχαν στο χρόνο και θα διαιώνιζαν το αξίωμά τους. Αυτή η στρατηγική, εκτός των άλλων, οδηγούσε τελικά στην αμφισβήτηση εν τοις πράγμασι της ίδιας της οθωμανικής εξουσίας.

Έτσι, αν θέλει κανείς να κατανοήσει το αρματολικό φαινόμενο σε όλες τις κοινωνικο-πολιτικές του εκφάνσεις, θα πρέπει να μελετήσει σε βάθος το θεσμό της οικογένειας και συνακόλουθα όλους τους κοινωνικογενείς θεσμούς (γάμο, υιοθεσία, κουμπαριά, αδελφοποιία) που απορρέουν και συναρθρώνονται με την οικογένεια και την κοινωνική πραγματικότητα.

Με βάση τα παραπάνω ένα είναι βέβαιο, ότι κανείς από τους Αρματολούς της Αρτοτίνας δεν προερχόταν από αρματολική οικογένεια, δηλαδή δεν ήταν συνεχιστής της αρματολικής παράδοσης και φυσικά κανείς δεν πρόλαβε, λόγω της Επανάστασης, να εδραιώσει οικογενειακό αρματολικό σύστημα, όπως οι Στορναραίοι στον Ασπροπόταμο, οι Σταθαίοι στο Βάλτο, οι Μπουκουβαλαίοι στα Άγραφα, οι Βαρνακιώτες στο Ξηρόμερο και άλλοι.

Ο Σαφάκας για παράδειγμα έγινε Αρματολός Κραβάρων μετά την καταδίωξη και το θάνατο του Πιλάλα στα 1812, αφού προηγουμένως προσκύνησε το Βελή, και κράτησε το αρματολίκι του μέχρι το 1820. Παράδοση αρματολική είχε στα Κράβαρα η οικογένεια Σισμάνη. Ο γενάρχης αυτής της αρματολικής οικογένειας, ο Κωνσταντίνος Σισμάνης ή Σουσμάνης, κήρυξε την Επανάσταση στην περιοχή του στα 1769, όταν ξεσηκώθηκε όλη η Στερεά.

Στο Λιδωρίκι επίσης ο Σκαλτσάς δεν είχε οικογενειακή παράδοση, έγινε Αρματολός εκβιαστικά απαγάγοντας την κόρη του προύχοντα της περιοχής Μπαμπαλή.
Και το ερώτημα βέβαια που τίθεται είναι, αφού δεν είχαν αρματολική – οικογενειακή παράδοση οι Αρματολοί, οι εξ Αρτοτίνης ορμώμενοι, μπήκαν σε αρματολικά – συγγενικά δίκτυα ή παρέμειναν μόνοι περιστασιακά λειτουργούντες; Η απάντηση είναι πως μπήκαν σε αρματολικά δίκτυα.

Βασικός στόχος των αρματολικών οικογενειών, παλιών και νέων, ήταν η οικονομικο-κοινωνική και πολιτική τους ενίσχυση και σταθεροποίηση της θέσης τους δια μέσου των συμμαχικών-συγγενικών δικτύων που δημιουργούσαν με ομάδες ενόπλων γειτονικών περιοχών, σε μια κοινωνία έντονα ρευστή και άκρως ανταγωνιστική. Το παράδειγμα των Σαφάκα – Σκαλτσοδήμου, Αρματολών στα δυο όμορα αρματολίκια των Κραβάρων και του Λιδωρικίου αντίστοιχα, είναι ενδεικτικό της ως άνω επισήμανσης.

Και προεπαναστατικά αλλά και κατά την περίοδο της Επανάστασης η σχέση τους είναι αδιατάρακτη, στενή και αλληλοπεριχωρητική και, όπως προκύπτει από τα χαρτιά των αρχείων των δύο οπλαρχηγών, η φιλία και η συνεργασία τους κράτησε μέχρι το 1826, χρονιά που πέθανε ο Σκαλτσοδήμος. Αν σ’ αυτά προσθέσει κανείς τη στάση του Σαφάκα στη διένεξη Σκαλτσοδήμου – Διάκου, η οποία ήταν ευνοϊκή για το Σκαλτσοδήμο και δυσμενής για το Διάκο και μια αδιευκρίνιστη πτυχή της αρτοτινής παράδοσης, όπου γίνεται λόγος για συγγενική σχέση ανάμεσα στη <<Σκαλτσίνα>> και τη <<Σαφάκαινα>>, τότε μπορεί εύκολα να συμπεράνει κανείς ότι το αρματολκό δίκτυο Ανδρίτσου Σαφάκα – Δήμου Σκαλτσά λειτούργησε άψογα και προεπαναστατικά και κατά την περίοδο της Επανάστασης.

Αντίθετα στην ίδια περιοχή, προεπαναστατικά, με τον Κωνσταντίνο Σισμάνη ως Αρματολό των Κραβάρων και το Λωρή ως Αρματολό Λιδωρικίου, η απουσία αρματολικού – συμμαχικού δικτύου προάσπισης κοινών συμφερόντων οδήγησε τους δυο Αρματολούς, λίγο μετά την Επανάσταση του 1769, σε έναν εξοντωτικό αγώνα με τη συμμετοχή Αλβανών μισθοφόρων. Αποτέλεσμα αυτής της σύγκρουσης; Ο Σισμάνης, αφού συνέλαβε το Λωρή στη Ζελίστα μαζί με τους Αλβανούς μισθοφόρους του, τον κατέσφαξε. Το ίδιο τέλος όμως είχε κι αυτός αργότερα, αφού εσφάγη από τους Αλβανούς μισθοφόρους του Λωρή και τους δικούς του που ενώθηκαν με σκοπό τη διαρπαγή.

Είναι αλήθεια, αγαπητοί φίλοι, ότι η περίοδος του Αλή πασά δε δοκίμασε μόνο τις αντοχές του οθωμανικού διοικητικού συστήματος αλλά οδήγησε σε κρίση ολόκληρο το αξιακό και κοινωνικό σύστημα που διείπε τις σχέσεις των Κλεφταρματολών και των ραγιάδων. Η γενικευμένη και με όλα τα μέσα καταδρομή των Αρματολών από τον Αλή πασά και η δια ποικίλων μέσων άσκηση της αντιαρματολικής του πολιτικής, οδήγησε το παλιό αρματολικό σύστημα σε κατάρρευση και στη δημιουργία ενός νέου τύπου αρματολισμού, όπου ο Αρματολός εξαρτάται σε απόλυτο βαθμό από την οθωμανική εξουσία. Γίνεται δηλαδή ο αρματολός ένα είδος στρατιωτικού <<δημοσίου>> υπαλλήλου, αφού το αρματολίκι δεν του ανατίθεται πλέον λόγω της ικανότητάς του και της πολεμικής του ισχύος αλλά κυρίως λόγω δημοσίων σχέσεων και Αληπασαδικής ευνοιοκρατίας.

Ο Λουκάς Καλιακούδας, ο Ανδρίτσος Σαφάκας, ο Δήμος Σκαλτσάς και ο Αθανάσιος Διάκος, απ’ τους οπλαρχηγούς μας, έζησαν τις αλλαγές που επέφερε η αντιαρματολική πολιτική του Αλή πασά και μάλιστα οι δύο πρώτοι επώδυνα.

Συγκεκριμένα ο ανυπότακτος και απροσκύνητος Λουκάς Καλιακούδας για καιρό αντιμετώπιζε στα βουνά της Αιτωλίας τους Τουρκαλβανούς που είχε αποστείλει ο Αλή πασάς για την εξόντωσή του και την εξόντωση των άλλων Κλεφταρματολών. Και τελικά εξοντώθηκε στη Γαβρολίμνη της Ναυπακτίας, όπου τον κύκλωσαν οι πολυάριθμοι Τουρκαλβανοί του Μετζομπόνο.

Κι ο Ανδρίτσος Σαφάκας υπέστη την καταδιωκτική μανία του Αλή πασά. Κι όταν ο τουρκαλβανικός κλοιός έσφυξε γύρω του, μόλις εικοσιπεντάχρονος, αναγκάστηκε στα 1806 να περάσει στην Αγία Μαύρα, για να σωθεί μαζί με άλλους 1300 Κλέφτες. Η κλέφτικη δράση του, σύμφωνα με τον Π. Αραβαντινό, συνεχίστηκε τουλάχιστον ως τα 1812 <<σκληρά καταδιώχθηκαν τα Λαζόπουλα, οι Βλαχαβαίοι, οι Μπουκουβαλαίοι… κι ο Σαφάκας>>. Και μόνο όταν υποτάχθηκε στο Βελή –γιο του Αλή πασά- αναγνωρίστηκε καπετάνιος των Κραβάρων και κράτησε το εν λόγω αρματολίκι του ως τα 1820.

Κι ο Διάκος, λέει τόσο η αρτοτινή όσο και η λειβαδίτικη παράδοση, πέρασε κάποτε από την Αυλή του Αλή πασά και προσκύνησε. Επομένως, όταν αντικατέστησε-με τη σύμφωνη γνώμη των προκρίτων- τον Οδυσσέα Ανδρούτσο στο αρματολίκι της Λειβαδιάς, είχε την έγκριση του Αλή πασά.

Ο Σκαλτσοδήμος ίσως είναι η μοναδική περίπτωση Αρματολού κατά την περίοδο του Αλή πασά που πήρε αρματολίκι χωρίς να δηλώσει υποταγή. Καθώς πάγια η ανάθεση από την οθωμανική εξουσία σε μια ανυπότακτη και επικίνδυνη κλεφταρματολική ομάδα της διαφύλαξης των δερβενίων ή και μιας ευρύτερης περιοχής προϋπέθετε την ιδιότυπη <<υποταγή>> του Κλεφτοκαπετάνιου στην κατακτητική εξουσία και την παροχή στον Αρματολό, εκ μέρους της τελευταίας με επίσημο έγγραφο (μπουγιουρντί), προνομίων που συνίσταντο σε φοροαπαλλαγές, κοινοτική μισθοδοσία και τροφοδοσία.

Ο Σκαλτσοδήμος δε δήλωσε υποταγή αλλά άσκησε βία απαγάγοντας την κόρη του προύχοντα της περιοχής και φίλου του Αλή πασά, Αναγνώστη Μπαμπαλή. Απαίτησε το αρματολίκι Λιδωρικίου για να την απελευθερώσει. Και πέτυχε να πάρει το αρματολίκι.

Η υποχώρηση της Αληπασαδικής εξουσίας μπροστά στη δυναμική απαίτηση του αρματολικού αξιώματος, όπως συνέβη στην περίπτωση Σκαλτσοδήμου, δε σημαίνει σε καμία περίπτωση υπαναχώρηση του Αλή πασά από τη λογική του εξαρτημένου και καθόλα υποταγμένου αρματολισμού. Πρόκειται μόνο για τακτικό ελιγμό έως οι πολιτικές και κοινωνικές συγκυρίες τον κάνουν πάλι κυρίαρχο του πολιτικού παιχνιδιού.

Αγαπητοί φίλοι, η Επανάσταση σε όλες τις περιοχές του ελλαδικού χώρου δημιούργησε νέα δεδομένα στα αρματολικά πράγματα. Συγκεκριμένα στη Δυτική Ελλάδα που μας ενδιαφέρει, η εμφάνιση του Μαυροκορδάτου στα κοινωνικο-πολιτικά και εξουσιαστικά πράγματα επέφερε ρήξεις στο αρματολικό σύστημα και αλλαγή στη γεωγραφία της τοπικής ισχύος. Έτσι Αρματολοί που για χρόνια κυριαρχούσαν στον ευρύτερο χώρο αποδυναμώθηκαν ή εξουδετερώθηκαν και άλλοι που ήσαν στην αφάνεια εξυψώθηκαν.

Έτσι, θα μπορούσαμε να πούμε αγαπητοί φίλοι, ότι με την καταλυτική παρουσία του Μαυροκορδάτου στο χώρο της Δυτικής Ελλάδας δημιουργείται βασικά ένας ισχυρός πόλος εξουσίας, ο οποίος συγκεντρώνει οπαδούς από την προεστική τάξη, την τάξη της <<μαχαιρικής αριστοκρατίας>> και την ομάδα των δυτικοσπουδασμένων <<εκσυγχρονιστών>>.

Εντυπωσιακή ήταν η επιτυχία της διείσδυσης του Μαυροκορδάτου στο χώρο των οπλαρχηγών της Δυτικής Ελλάδας, αφού μαζί του συντάχθηκε και δημιούργησε πελατειακές σχέσεις μία πλειάδα Αρματολών, οι οποίοι εναπέθεσαν τη διασφάλιση των συμφερόντων τους στην επικράτησή του στο χώρο και στην κραταίωση της πολιτικής του εξουσίας.

Στους φίλα προσκείμενους προς το Μαυροκορδάτο οπλαρχηγούς, που διατηρούσαν όμως μια σχετική αυτονομία στις κινήσεις τους και απομακρύνονταν, όταν τα συμφέροντά τους το επέβαλαν, ανήκαν οι Αρματολοί: Λιδωρικίου Δήμος Σκαλτσάς, Κραβάρων Ανδρίτσος Σαφάκας, Ασπροποτάμου Νικολός Στορνάρης, Πατρατζικίου Μήτσος Κοντογιάννης, Καρπενησίου Γιαννάκης Γιολδάσης, και τέλος του Ζυγού Δημήτριος Μακρής.

Από την άλλη μεριά στους αντιπάλους του Μαυροκορδάτου και όσων στήριζαν το κόμμα του βρίσκουμε το Στρατηγό της Δυτικής Ελλάδας Γεωργάκη Ν. Βαρνακιώτη, το μεγάλο Αρματολό του Βάλτου Ανδρέα Ίσκο, τον Καραϊσκάκη, το διεκδικητή του Βλοχού Γιαννάκη Στάικο, τον Αρματολό Σοβολάκου Γεώργιο Πεσλή, τον αρματολικά ανέστιο Θοδωράκη Γρίβα και τους Τζαβελαίους.

Αναφορικά με τους άλλους δυο οπλαρχηγούς Κοντοσόπουλο και Ρούκη, ο μεν Κοντοσόπουλος ανήκε στην ομάδα του Διάκου, γι’ αυτό και βλέπουμε ότι από τα τέλη του 1821 καταδιώκεται από τον Οδυσσέα Ανδρούτσο και αναγκάζεται να φύγει από την επαρχία Αταλάντης και να πάει στην Άμφισσα στον Νάκο Πανουργιά <<με αρκετόν σώμα στρατιωτών>> και να πολεμάει μαζί του μέχρι το 1824. Μετά τη μάχη των Βασιλικών, ο Ρούκης επιβεβαίωσε τη σύγκρουση του Οδυσσέα με τον Αντώνη Κοντοσόπουλο, Γιάννη Γκούρα και τον Β. Μπούσγο γράφοντας ότι ο Ανδρούτσος ήθελε να διαλύσει το Σώμα αυτό <<καθό ανήκοντας εις το σύστημα του αειμνήστου Αθανασίου Διάκου>>. Στη συνέχεια ακολούθησε πιστά τη Διοίκηση.

Ο δε Ρούκης εξ αρχής φαίνεται να διαλέγει στρατόπεδο, αφού όλες του οι επιλογές ήταν σύμφωνες με τη Διοίκηση, εν προκειμένω τον Άρειο Πάγο. Ακόμα και στη διένεξη Οδυσσέα Ανδρούτσου – Αρείου Πάγου συντάχθηκε με τον Άρειο Πάγο και αρνήθηκε να συμπράξει με τον Οδυσσέα Ανδρούτσο, αν και ήταν χρόνια συνεργάτες και πολεμούσανε μαζί για μεγάλο διάστημα. Και στο δεύτερο εμφύλιο πόλεμο ο Ρούκης μπήκε κάτω από τις διαταγές του Γκούρα, Γενικού Αρχηγού της Ανατολικής Ελλάδας. Συνεπώς πάντα με τη Διοίκηση.

Αγαπητοί φίλοι, τελειώνοντας θα ήθελα να πω πως στα άξια τέκνα της Αρτοτίνας πρέπει τιμή και δόξα. Και για να παραφράσω το μεγάλο μας ποιητή Οδυσσέα Ελύτη, μνημονεύετε συχνά Λουκά Καλιακούδα, Αθανάσιο Διάκο, Ανδρίτσο Σαφάκα, Δήμο Σκαλτσά, Ιωάννη Ρούκη, Αντώνη Κοντοσόπουλο και Γιάννη Φαρμάκη.

Ευχαριστώ.

Η Διείσδυση των τραγουδιών και το χορού των κλεφτών του έπους του '21 και του Αθανασίου Διάκου στο σημερινό πολιτιστικό γίγνεσθαι- ΔΡ. Άννα Παναγιωτοπούλου

Αγαπητοί συμπατριώτες και συμπατριώτισσες σας χαιρετώ.

  Θεωρώ χρέος μου κατ’ αρχήν να συγχαρώ τον Πρόεδρο, το Διοικητικό Συμβούλιο και όλους σας για την διεξαγωγή και φέτος της καθιερωμένης εκδήλωσης τα «Διάκεια» στην ωραία Αρτοτίνα, καθώς και να σας ευχαριστήσω για την τιμή που μου κάνατε να είμαι εδώ σήμερα μαζί σας. Σας ευχαριστώ όλους και εύχομαι να συνεχίσετε να διοργανώνετε αυτή την εκδήλωση και σαν μια αντίσταση προς την τάση που συμβαίνει σήμερα για αποδόμηση των ιστορικών γεγονότων, της ιστορικής μας μνήμης και γενικά των παραδόσεων που αφορούν στην Εθνική μας συνείδηση ως Ελληνο-ορθόδοξο λαό.

Η εορτή αυτή, τα «Διάκεια», εγείρει μνήμες, τιμάμε τον ήρωα της απελευθέρωσής μας, τον πρωτομάρτυρα Αθανάσιο Διάκο και διαλαλούμε ότι αντιστεκόμαστε σε κάθε προσπάθεια που οδηγεί σε αλλοτρίωση και αποδόμηση των ιερών και οσίων της Πατρίδας μας, δηλαδή την Ιστορία μας, τη γλώσσα μας, τη θρησκευτική μας πίστη, γενικά τις παραδόσεις μας, τον πολιτισμό μας.
Ο Αθανάσιος Διάκος μαρτύρησε υπέρ Θρησκείας και Πατρίδας. Και με τον τρόπο που μαρτύρησε το βροντοφώναξε και ακούσθηκε η πίστη του αυτή όχι μόνο στους σκλαβωμένους Έλληνες, τους οποίους εμψύχωσε ως πρωτομάρτυρας και εθνομάρτυρας, αλλά και ευρύτερα στην Ευρώπη και σε όλη την οικουμένη. Δεν προσκύνησε ο Διάκος και μας δείχνει και θα μας δείχνει τι σημαίνει αυταπάρνηση και θυσία υπέρ πίστεως και πατρίδας.
Το 1824 ο Γάλλος (Fauriel) Φοριέλ που δημοσιεύει δημοτικά τραγούδια της Ελλάδας, στον πρόλογό του όσον αφορά στο τραγούδι που αναφέρεται στο θάνατο του Αθ. Διάκου, στην αυτοθυσία του, μεταξύ πολλών άλλων γράφει : «Και να λησμονηθεί το τραγούδι δεν θα λησμονηθούν το γεγονός και ο άνθρωπος. Η Ευρώπη όλη θα γνωρίζει το όνομα του Διάκου που υπήρξε ο πρώτος γενναίος Έλλην…ο πρώτος που επολέμησε για την ανεξαρτησία κατά το έπος 1821 και ο πρώτος ο οποίος απέθανε χάριν αυτής, της πατρίδας» (με ό,τι εγκλείει ο όρος πατρίδα). Πριν από το 1821 έχουν δώσει πολλοί αγωνιστές τη ζωή τους κατά τα διάφορα απελευθερωτικά κινήματα. Όμως μετά την επίσημη κήρυξη της επανάστασης του 1821 ο Διάκος είναι ο πρώτος μάρτυρας.
Έτσι ο Αθανάσιος Διάκος αποτελεί δόξα για του Χριστού την πίστη την Αγία και δόξα για την πατρίδα, την Ελλάδα. Γιατί πίσω από κάθε σταύρωση ακολουθεί η Ανάσταση.
Όπως προανέφερα το τραγούδι για τον Αθανάσιο Διάκο δημοσιεύθηκε το 1824 στη Γαλλία μαζί με πολλά τραγούδια της Ελληνικής παράδοσης ιστορικά, εθιμικά. Η τόσο σύντομη δημοσίευση του τραγουδιού για τον ηρωικό θάνατο του Διάκου μάς δείχνει ότι η λαϊκή μούσα αμέσως έκανε τραγούδι κάθε γεγονός που τη συγκινούσε. Και το τραγούδι διαδιδόταν από στόμα σε στόμα δηλαδή τα τραγούδια έλεγαν τα νέα, περιέγραφαν τα συμβαίνοντα, εξυμνούσαν τα κατορθώματα, τις νίκες, την αυτοθυσία υπέρ Πατρίδας και Θρησκείας των αγωνιστών. Τα τραγούδια λειτουργούσαν σαν εφημερίδες αλλά και εμψύχωναν τους αγωνιζόμενους Έλληνες.
Ο ηρωικός θάνατος του Διάκου που περιγράφεται στο τραγούδι του αγνώστου ποιητή (όπως συμβαίνει με όλα τα δημοτικά τραγούδια) πέρασε στα χείλη των αγωνιστών και του Ελληνικού λαού, συγκινούσε, εμψύχωνε, αναπτέρωνε, γινόταν υπόσχεση για συνέχεια του αγώνα μέχρι την απόκτηση της Ελευθερίας. Η αυτοθυσία γινόταν παράδειγμα προς μίμηση, γινόταν μέσον διάπλασης των παιδιών ν’ αποκτήσουν τις αρετές του παλληκαριού: το θάρρος, την ανδρεία, την αξιοπρέπεια ακόμα και μπροστά στο θάνατο, το σεβασμό στα ιερά και όσια.

Και εδώ θα αναφέρουμε κάποιους στίχους από το συγκεκριμένο τραγούδι :
«Ομέρ Βρυώνης πλάκωσε με δέκα οχτώ χιλιάδες.
Ο Διάκος σαν τ’ αγροίκησε πολύ του κακοφάνη
Ψηλήν φωνή εσήκωσε, τον πρώτον του φωνάζει
…………………………………………………….
Γλίγωρα και να πιάσωμεν κάτω στην Αλαμάνα
Καρδιά, παιδιά μου φώναξε, παιδιά μη φοβηθήτε
…………………………………………………….
Πάτε κι εσείς κι η πίστις σας, μουρτάταις, να χαθήτε
Εγώ Γραικός γεννήθηκα, Γραικός θέλ’ απαιθάνω
……………………………………………………
Τον Διάκο να χαλάστε, το φοβερόν τον κλέφτην
Τον Διάκο τόνε πήρανε και στο σουβλί τον βάλαν
Ολόρθον τον εστήσανε, κι αυτός χαμογελούσε
Την πίστιν τους τούς ύβριζε τους έλεγε μουρτάταις
Εμέν’ αν με σουβλίσετε ένας Γραικός εχάθη
Ας είν’ καλά ο Οδυσσεύς κι ο καπιτάν Νικήτας
Αυτοί θα κάψουν την Τουρκιά και όλον σας το Δεβλέτι».

Το ερώτημα που θέσαμε εδώ αφορά στο εάν και πως συνέβαλαν τα τραγούδια στον απελευθερωτικό αγώνα αλλά και στο πως επέδρασαν στο να γίνουμε και να είμαστε αυτοί που είμαστε μέχρι σήμερα και να διοργανώνουμε σήμερα εδώ στην Αρτοτίνα τα «Διάκεια». Τα στοιχεία για την επίδραση των τραγουδιών στον απελευθερωτικό αγώνα τα αντλούμε από τα ίδια τα γεγονότα που καταγράφονται σε απομνημονεύματα, όπως του συμπατριώτη μας Γιάννη Μακρυγιάννη και στις σελίδες τις ιστορίας, της λογοτεχνίας, της ποίησης και του ίδιου του δημοτικού τραγουδιού.

Όλοι γνωρίζουμε ότι όταν μιλάμε για τραγούδι – πέραν από το τραγούδι σε μοναχικές στιγμές, που αποτελούσε συντροφιά και εκτόνωση για όλους που, λόγω των συνθηκών ζωής βρίσκονταν συχνά μόνοι τους στις ραχούλες – ουσιαστικά μιλάμε για γλέντι. Το γλέντι σε όλη τη Ρούμελη και εδώ στα χωριά της Δωρίδας άρχιζε με τα κλέφτικα τραγούδια, με τα τραγούδια «τραπεζιού» και συχνά κατέληγε σε χορό. Τα τραγούδια τα χορευτικά «δεν πρέπει να πάνε χαμένα» έλεγαν οι ηλικιωμένοι.

Δηλαδή έπρεπε να γίνουν χορός και πάντα προέτρεπαν για χορό. Δηλαδή τραγούδι – γλέντι και χορός αποτελούν ενότητα.
Σύμφωνα με τις πηγές, στην κλέφτικη ζωή των Ελλήνων, του έπους του ’21, εμφανίζεται τραγούδι και χορός α) πριν από μάχη, β) μετά από μάχη, γ) σε ώρες ξεκούρασης, δ) σε πανηγύρια. Τραγούδι και χορός κατέχουν σημαντική θέση γενικά στον τρόπο ζωής της εποχής. Παρόλη τη σκλαβιά οι Έλληνες συνέχισαν να τραγουδούν και να χορεύουν. Στην ορεινή Ελλάδα ιδιαίτερα όπου οι Τούρκοι δεν πατούσαν συνήθως αλλά και λόγω των προνομίων που είχαν δοθεί στους Έλληνες, διατηρούσαν όλες τις παραδόσεις, τα έθιμα και τις γιορτές. Ας λάβουμε υπόψη μόνον το Λαμπριάτικο χορό στον εσπερινό της Αγάπης με πρώτον χορευτή τον ιερέα και όλη την κοινότητα να συμμετέχει σ’ αυτόν το χορό σε έναν κύκλο στον αυλόγυρο της εκκλησίας, τραγουδώντας με το στόμα με μία ανάσα τα καθιερωμένα Λαμπριάτικα τραγούδια. Το τραγούδι και ο χορός συνέβαλε στη διατήρηση της Ελληνικής γλώσσας κατά τα τετρακόσια χρόνια της σκλαβιάς από τους Τούρκους και συνέβαλε επίσης στην αυτογνωσία, στην αυτοεπιβεβαίωση, στην αυτοπεποίθηση, στη συνοχή της κοινότητας, στον αυτοπροσδιορισμό, στην ανανέωση και αποκατάσταση των σχέσεων, στην ελευθερία της έκφρασης, στην ψυχική ανάταση, στην αγωνιστικότητα κλπ. Σε χωριά της Δωρίδας καθιερωμένα τραγούδια στην Αγάπη της Λαμπρής ήταν : «Σήμερα Χριστός Ανέστη….» ως πρώτο τραγούδι και το δεύτερο τραγούδι συνήθως είχε ιστορικό χαρακτήρα, όπως «Οι Αντρειωμένοι», στο Μαλανδρίνο, το τραγούδι η «Λάμπρω» (που την κυνηγούσαν οι Τούρκοι) στην Αμυγδαλιά (και θα ήταν σημαντικό να ανασύρετε από τη λήθη τα Λαμπριάτικα τραγούδια της Αρτοτίνας και όλα τα εθιμικά).

Οι κλέφτες ήταν παιδιά των χωριών όπου γεννήθηκαν και καλλιεργήθηκαν μέσω αυτών των παραδόσεων, οπότε μετέφεραν και στην κλέφτικη ζωή αυτόν το σημαντικό τρόπο Ελληνικής επικοινωνίας, επαφής και έκφρασης, δηλαδή το Ελληνικό γλέντι.
Βασικό χαρακτηριστικό του κλέφτη ήταν η ανδρεία. Έπρεπε να ειπωθούν ανδρείοι στην κοινωνία των κλεφτών αλλά και ευρύτερα όπως υποδεικνύει η παράδοση, ο Θούριος του Ρήγα, το ίδιο το δημοτικό τραγούδι, τα πρότυπα και έπρεπε να αποδεικνύουν την αντρειοσύνη – το «όποιον πάρει ο χάρος» – τη λεβεντιά, την παλληκαριά.

Ένας τρόπος απόδειξης ήταν να αψηφούν το θάνατο και μάλιστα ενόψει της μάχης. Έτσι το να μπαίνει ο μαχητής στο χορό πριν τη μάχη τραγουδώντας, αντί του φόβου και του δισταγμού κυριαρχεί ο ενθουσιασμός, η χαρά, η απόφαση για αγώνα, για ελεύθερη ζωή πράγμα που απεικονίζει ο Μακρυγιάννης στα κείμενά τους καθώς και η πρόσκληση και πρόκληση του Οδυσσέα Ανδρούτσου να πιαστούν στο χορό, όσοι συμφωνούν μαζί του στο Χάνι της Γραβιάς . «Ε! παιδιά όποιος θέλει να μ’ ακολουθήσει, ας πιαστεί στο χορό» φώναξε και μπήκε χορεύοντας με 120 παλληκάρια στο πλινθόκτιστο εκείνο Χάνι.

Ο Μακρυγιάννης γράφει : «Κατέβασα καμιά εικοσαριά παιδιά και πιάσαν τον χορόν και τραγουδούσαν και χόρευαν (πριν από την μάχη με τον Ιμπραήμ). Εκεί ρίχνουν οι Τούρκοι και μου λάβωσαν δυό παιδιά εις τον χορόν. Κέρασα απόνα ρακί τους Έλληνες τους αθάνατους, τα γενναία λιοντάρια …. και τους τζάκισαν ….»
Όπως είπαμε παραπάνω οι Καπεταναίοι – Κλέφτες, οι ήρωες, οι μάχες, αποτέλεσαν πηγή έμπνευσης για τον ανώνυμο τραγουδιστή. Η περιοχή της Δωρίδας αποτέλεσε κέντρο του κλέφτικου κινήματος, που σημαίνει και κέντρο δημιουργίας και ανάπτυξης του κλέφτικου τραγουδιού, το οποίο είναι συνταιριασμένο με τη γύρω φύση και ζωή. Το κλέφτικο τραγούδι είναι ζυμωμένο με τα βουνά που σαν από θαύμα συνομιλούν, όπως μας λέει το ίδιο το τραγούδι:

«Ποιός είδε τέτοιο θάμασμα, παράξενο μεγάλο
να κουβεντιάζουν τα βουνά και οι κοντοραχούλες
η Λιάκουρα της Λειβαδιάς κι η Γκιώνα των Σαλώνων
και τα Βαρδούσια τα ψηλά…..»
ή
«Κλαίνε τα μαύρα τα βουνά, παρηγοριά δεν έχουν….»
ή
«Μέσ’ στην καρυά στον έλατο, κάθετ’ ο Καλτσοδήμος
με την Κρουστάλλω στο πλευρό την κοτζαμπασοπούλα
ο Διάκος απ’ τη μια μεριά και ο Γούλας απ’ την άλλη
…………………………………………………………
Εγώ κερνάω Διάκο μου κι εγώ σας τραγουδάω….»

Οι κλέφτες συμμετέχουν συχνά και στα πανηγύρια των χωριών και αψηφώντας τον κίνδυνο σύρουν το χορό, όπως γράφει ο Καρκαβίτσας για τον Σταματάκη σε πανηγύρι του Βελενίκου «Εισήλθε ο Σταματάκης μόλις δεκαπέντε αριθμών οπαδούς και επιάσθη εις τον χορόν. Αίφνης προέκυψε …. Τουρκικόν απόσπασμα πολυάριθμον… Ο Σταματάκης δεν εταράχθη καθόλου… Εξηκολούθησε τον χορόν. Αλλ’ ο Γετίμ… άρχισε να καλεί και άλλους Τούρκους… Ο Σταματάκης παραιτήσας τον χορόν, σύρει το γιαταγάνι, θέτει αυτό εις τους οδόντας, διέρχεται ατάραχος πλησίον των Τούρκων προσατενίζων αυτούς εις τους οφθαλμούς».
Επίσης ο Καρκαβίτσας γράφει : «Κατά την 15η Αυγούστου ετελείτο εν Αρτοτίνη, επί Τουρκοκρατίας λαμπρά πανήγυρις, καθ’ ην συνέρρεον από όλα τα μέρη της Δωρίδος πολυάριθμοι προσκυνηταί. Ο Διάκος …. ήρχισε μετ’ άλλων νέων να ρίπτει το λιθάρι, εις άπλωμα τι της πόλης». Πρόκειται για μια σημαντική μαρτυρία όσον αφορά στη συνέχεια των πανηγυριών μας μαζί με τις εθιμικές εκδηλώσεις, όπως οι αθλητικοί αγώνες επί Τουρκοκρατίας, αλλά και για τη συμμετοχή του Διάκου σε αγώνες ρίψης λιθαριού. Δηλαδή το πανηγύρι ως θεσμός που έχει την αρχή του στην αρχαία Ελλάδα, συνεχίστηκε επί Τουρκοκρατίας και μέχρι σήμερα. Έτσι εμείς έχουμε ευθύνη και χρέος προς τις επόμενες γενιές, για τη συνέχεια και διάρκειά του.

Μετά τις μάχες οι κλέφτες συχνά καταλήγουν σε χωριά για ξεκούραση και για συνύπαρξη με τους συμπατριώτες: «Πάμε στην Αγόριανη (γράφει ο Γ. Μακρυγιάννης) … τρώγαμε, πίναμε, χορεύαμε. Ο κόσμος κουβάλαγαν και μας κέρναγαν… στέκονται ολόρθοι και μας κερνάνε….». Για άλλη περίσταση γράφει: «Ότι οι άνθρωποι απολπίστηκαν. Αφού τους κέρασα πήρα τους εκατό και ήφερνα γύρα μ’ αυτούς τα πόστα όλα τραγουδώντας, όλοι εμείς οι εκατό και εμψυχώναμε τους ανθρώπους».
Με τα προαναφερόμενα δείχνεται ότι οι κλέφτες δεν είναι ξεκομμένοι και απόμακροι από τα χωριά. Γλεντούν σε χωριά, σε πανηγύρια, σε γάμους κτλ. Η παρουσία των αγωνιστών και μάλιστα στο χορό καθώς και τα στοιχεία που παρουσιάζουν τα κλέφτικα τραγούδια, τους καθιστούν πρότυπα για τα παιδιά και για τα παιδιά των παιδιών τους, δηλαδή γίνονται ζωντανά παραδείγματα και προκαλούν μίμηση. Ο λαός τους τραγουδάει και τους χορεύει με τ’ όνομά τους. Ο κόσμος λάτρευε το παλληκάρι και τον καπετάνιο.

Ο λαός όμως ήθελε, όπως είπαμε και να τους χορεύει γι’ αυτό συνταίριαξαν σε ένα τραγούδι τον Οδυσσέα με το Διάκο να ακούγονται στο τσάμικο: «Τ’ Ανδρούτσου η μάνα χαίρεται του Διάκου καμαρώνει…», κι αντιλαλούν τα βουνά της Δωρίδας, της Ρούμελης και ευρύτερα σε άλλες περιοχές, κάθε χρόνο από τις παραγγελίες των χορευτών αυτού του τσάμικου σε όλα τα πανηγύρια.

Στην περιοχή της Δωρίδας σύμφωνα με τα στοιχεία ευρύτερης έρευνα τον καλό, τον όμορφο χορό ανδρών και γυναικών τον χαρακτηρίζουν με τους όρους: λεβέντικός, παλληκαρήσιος, μερακλίδικος χορός και είναι τέτοιος ο χορός όταν ο χορευτής εκδηλώνει δύναμη ψυχής, ελευθερία έκφρασης, συγκίνηση, ευπρέπεια, αλήθεια, μέτρο, φυσικότητα και απλότητα, δηλαδή είναι χορός συνταιριασμένος με το λιτό και αδρό στοιχείο της φύσης της Δωρίδας.
Μέχρι σήμερα σε κάθε χαρά ή γεγονός οικογενειακής και κοινοτικής ζωής παρεισφρύει μέσω των τραγουδιών και η ανάμνηση ιστορικών γεγονότων της κλέφτικης ζωής, η οποία γίνεται ζώσα πραγματικότητα, γίνεται υπόσχεση μέλλουσας συμπεριφοράς και θεμελίωση συγκεκριμένου ήθους, αυτού του ήθους της λεβεντιάς και παλληκαριάς που δεν υπολογίζει τα πράγματα μόνο με το μυαλό, δεν τα ζυγίζει μόνο με τον νου αλλά και με την καρδιά, με το μέγεθος της ψυχής.
Πέραν όμως από τος αυθόρμητες λαϊκές εκδηλώσεις έχουν καθιερωθεί σε όλη την Ελλάδα, αλλά και στη Φωκίδα οργανωμένες εκδηλώσεις που σχετίζονται με ιστορικά πρόσωπα, με ιστορικά γεγονότα, όπως τα «Διάκεια» εδώ στην Αρτοτίνα και Μουσουνίτσα, «ο χορός των αντρειωμένων» στο Λιδωρίκι, τα «Μακρυγιάννεια» στο Κροκύλειο, κ.α.

Και όλα αυτά συμβαίνουν μέχρι σήμερα και μάλιστα από κοινωνίες που δεν τις χαρακτηρίζει συνεκτική κοινωνική δομή λόγω της αστυφιλίας. Παρ’ όλα αυτά είμαστε εδώ σήμερα και μιλάμε για αυτά που μας συνδέουν, είτε ρίχνοντας το λιθάρι, είτε τραγουδώντας, είτε χορεύοντας πιασμένοι ο ένας με τον άλλον. Συνεχίζουμε να διεκδικούμε τον Ελληνικό πατροπαράδοτο τρόπο επικοινωνίας, έκφρασης και ζωής και ευχόμαστε να συνεχίσουμε. Ο ήρωάς μας Αθανάσιος Διάκος και όλοι οι ήρωες να αποτελούν πάντα σημείο συνάντησης, συνεύρεσης, συζήτησης και επαναπροσδιορισμού της ζωής μας. Ευχόμαστε να εγείρουμε μνήμες, να συντραγουδάμε και να συνχορεύουμε διατηρώντας ο καθένας την προσωπική παραγγελία του τραγουδιού που επιθυμεί να χορέψει, διότι η Ελληνική χορευτική και κλέφτικη παράδοση μάς θέλει μαζί ως συνχορευτές μεν αλλά να συνχορεύουμε στα πατήματα του πρώτου χορευτή, του κάθε πρώτου που αποτελεί και χορευτική μονάδα.

Και είναι χορευτική μονάδα, εφ’ όσον ο κάθε πρώτος χορευτής παραγγέλλει το τραγούδι που επιθυμεί και χορεύει στην πρώτη θέση του κύκλου ως πρόσωπο συγκεκριμένο, ως χορευτική προσωπικότητα. Χορεύει ελεύθερα και ο χορός του έχει την προσωπική του σφραγίδα. Δηλαδή η χορευτική παράδοση του τόπου αποτελεί τη βάση των πατημάτων αλλά και τη σύνθεση των κινήσεων, του τρόπου που ερμηνεύει ο κάθε πρώτος χορευτής τη μουσική και το τραγούδι κι έτσι ο χορός του εμφανίζεται και δικός του, προσωπικός στον ορίζοντα όμως της τοπικής χορευτικής παράδοσης.

Ο κάθε πρώτος του χορού εκθέτει τον εαυτό του στο κοινό, συγκινείται και συγκινεί, δείχνει αρετές, υποδεικνύει στάση ζωής, διδάσκει, γίνεται φορέας της μεγάλης ιστορικής χορευτικής παράδοσης, όπως και οι κλέφτες μας. Οι χοροί μας, και ιδιαίτερα το τσάμικο, αποπνέουν ελεύθερο ήθος, ψυχική ανάταση, ψυχική δύναμη και τάση απελευθέρωσης και αντίστασης προς ό,τι καταδυναστεύει την ύπαρξη του ανθρώπου.

Ο αναστάσιμος, ο ανανεωτικός και ο ενωτικός χαρακτήρας του τραγουδιού της μουσικής και του χορού της Δωρίδας και ευρύτερα της Ρούμελης μπορεί σήμερα να εμφανίζεται ως παρωχημένος, λόγω της μαλθακότητας που χαρακτηρίζει την εποχή μας, αλλά αυτό το ήθος και ύφος αυτής της παράδοσης συνομιλεί με την Ιστορία μας, με τη φύση, με τους απελευθερωτικούς αγώνες της Ελλάδας, με τους κλέφτες και τους ήρωες και αποτελεί σχολείο Ελληνικής αυτογνωσίας και αντρειοσύνης για γυναίκες και άντρες.

 Σημείωση και κατάθεση τραγουδιού για τον Αθανάσιο Διάκο
Στις 18-9-2016, στην Ιερά μονή του Οσίου Δαυίδ στην Εύβοια, ο Μοναχός Λογγίνος, ετών 77, καταγόμενος από την Ορεινή Ναυπακτία μού παρέδωσε το παρακάτω τραγούδι και θεώρησα χρέος μου να το παρουσιάσω σ’ αυτήν την εργασία.
Ο Μοναχός Λογγίνος με τη Ρουμελιώτικη καρδιά, μού είπε ότι, δεν γνώριζε ο ίδιος την πηγή και ότι θεωρεί πως είναι Κλέφτικο. Σύμφωνα με την πληροφορία του Μοναχού Λογγίνου το τραγούδι αυτό το παρέδωσε στον Πρωτοσύγκελο Κηφισιάς Χρ. Κυριακόπουλο ο οποίος το μελοποίησε σε τετράσημο ρυθμό και το κυκλοφόρησε με τον τίτλο
«Θρήνος για τον Αθανάσιο Διάκο», στις 20-3-2007.
Ίσως αυτό το τραγούδι να το τραγουδούσαν (έψαλλαν) μοναχοί σε μοναστήρια σαν ύμνο προς τον Αθανάσιο Διάκο σε ποιμενικές ή γεωργικές εργασίες της μοναχικής ζωής.
Το εν λόγω τραγούδι μάς λέει:

Είκοσι τρεις του Απριλιού και τ’ αη Γιωργιού η μέρα,
Το Διάκο παν για σούβλισμα στην Αλαμάνα πέρα.
Θανάση μου λεβέντη μου της Ρούμελης καμάρι
Για ιδές καιρό που διάλεξεν ο χάρος να σε πάρει.
Όταν ανθίζουν τα κλαριά κι έβγανε η γης χορτάρι
Γιατί ήσουνα περήφανο και άξιο παλληκάρι
Εσύ Χριστόν ελάτρεψες και τη γλυκειά Ελλάδα
Γι’ αυτά τα δυό μαρτύρησες και γίνηκες λαμπάδα
Διάκο, Διακοθανάση μας και του Χριστού στρατιώτη
Αξέχαστος μας έμεινες, γενναίε Ρουμελιώτη
Το ράσο σου που τίμησες και πότισες με αίμα.
Θα μένει πάντα σύμβολο σ’ όλο το εικοσιένα.

Το πρώτο μου ταξίδι - Δημήτρης Λουκόπουλος

“Πάνω από σαράντα πέντε χρόνια πάνε από τότε που είχα τελειώσει το Δημοτικό σχολείο κι’ ήμουν δώδεκα χρονών παιδί. Ελληνικό σχολείο στο χωριό μου δεν είχαμε κι έπρεπε να ξενιτευτώ από τόσο μικρός. Η μητέρα μου έλεγε στον πατέρα να βρει κάνα σπίτι στο Λιδορίκι για να με βάλει οικότροφο, αλλ’ αυτός δεν ήθελε. Λογάριαζε να με πάει στα Σάλωνα και να με δώσει σ’ ένα θείο μου παπά, να μαθαίνω γράμματα και να ξελειτουργάω κιόλας. Περίμενα και πως περίμενα το Σεπτέμβριο για να με πάει, η χαρά μου δεν ήταν που θα πήγαινα στο Ελληνικό σχολείο, αλλά γιατί θα ταξίδευα, το είχα μαράζι να ταξιδέψω, να ιδώ καινούριους τόπους κι’ άλλα χωριά. Γυρίζοντας ο πατέρας μου απ’ το παζάρι της Νταουκλής – έτσι λέγαν τότε το παζάρι της Υπάτης – πήρε τα δυο μουλάρια μας, για να ψωνίσει κιόλας, πήρε και μένα και πάμε. Περάσαμε τις Σαΐτες πρώτα, ένα απ’ τα παραποτάμια που σμίγουν και φτιάνουν το Φείδαρη. Άκουα Σαΐτες και πριν, μα έλεγα πως θα πρόκειται για τίποτα σαΐτες απ’ αυτές που φτιάναμε εμείς τα παιδιά και παίζαμε. Όταν είπα στον μακαρίτη τον πατέρα μου πως φανταζόμουν τις Σαΐτες, ξεκαρδίστηκε στα γέλια. – Βρε κουτέ, λέει, σαΐτα λεν και μια λωρίδα χωράφι. Τούτο το ποτάμι απ’ αυτή τη σαΐτα πήρε το όνομα. Εκεί δα στην ακροποταμιά ο μακαρίτης ο…είχε δυο σαΐτες χωράφι. Έλεε εκείνος: “πάω στις σαΐτες”, είπαν και οι άλλοι: στις Σαΐτες, το πήρε και το ποτάμι το όνομα. Αυτά λέγαμε κι είχαμε πάρει ένα ανήφορο την πέρα μεριά της ακροποταμιάς, που θα μας έβγανε στον Αϊ Λια. Περνώντας τις Σαΐτες, θέλεις μισή ώρα ώσπου να βγεις στη ράχη παραπάνω, κι ο δρόμος σου θα είναι ανάμεσα σε δάσος από γερασμένα έλατα. Ούτε που καταλαβαίνεις όμως πως βγάζεις κείνον τον ανήφορο, σε ξεκουράζουν οι βόλτες που κάνει η στράτα πέρα δώθε. Έτσι άκοπα βρεθήκαμε στο ξέφαντο, στη ράχη. Κοιτάζω για Αϊ Λια, πουθενά Αϊ Λιας. Ρωτάω τον πατέρα μου μη τυχόν τον προσπεράσαμε και κείνος μου ‘δειξε ένα σωρό πέτρες γι’ Αϊ Λια. Πήγα, ανάμεσα απ’ τις πέτρες ξεχώρισα τα παλιοθέμελά του και εκεί κοντά του δυο τρεις αρχαίους τάφους ανοιχτούς. Μακρυά πέτρα από δω, άλλη από κει, και δυο κοντές στο κεφάλι και στα πόδια, να ο τάφος. Σαν είδε ο πατέρας μου πως τον κοίταζα με περιέργεια – Μνήματα, λέει, απ’ τον καιρό των Ελλήνων. Ήταν ο τόπος τότε γιομάτος από Ελλήνους, κάτι άντρες ψηλούς ως εκεί πάνου αλλά τους χάλασε ο θεός. Ένα κουνούπι έστελνε, λαλούσε το κουνούπι στ’ αυτί τους κι’ απόθαιναν. Ήξεραν αυτοί πως τους περιμένει ο θάνατος κι έφτιαναν από μόνοι τους το μνήμα που θα τους έθαφταν. Έπαιρναν το πιάτο τους, το μπότι τους για νερό, το κάθε τι χρειαζούμενο, έμπαιναν καθένας μέσα στο μνήμα του και περίμενε. Ακούοντας το κουνούπι πέθαιναν. Απ’ τον Αϊ Λια και πέρα παύει η μεγάλη ανηφοριά. Πας ίσια, περνάς ρεματάκια, καβαλάς ραχούλες και σε μισή ώρα φτάνεις στης Κρέκιζας το βελούχι. Τι πολύ και κρύο νερό! Παραπάνω είναι ο Κωσταρτσιώτικος Αϊ Λιας, χαμηλότερα η Κρέκιζα, ένας μικρός διάσελος, δεξιά του πιάνεται ένα βουνό όλο έλατα, αριστερά του άλλο, πιο ψηλό και γυμνό. Πάει, πάει τον ανήφορο ως τα ουράνια, εκεί που τελειώνει το βουνό είναι ίσιωμα, το Νεραϊδάλωνο. Το βλέπαμε κι απ’ το χωριό το Νεραϊδάλωνο, είναι η τρίτη, αλλά και χαμηλότερη κορφή του Βαρδουσιού. – Νεραϊδάλωνο! – Ναι, Νεραϊδάλωνο, έκαμε ο πατέρας. Στον Αϊ Κωνσταντίνο το δικό μας, τον πιάνουν το χορό αυτές οι Κυράδες, οι Νεράιδες. Το γιοματάκι τον πιάνουν κι έπειτα παίζοντας τα νταούλια τους και τραγουδώντας κατεβαίνουν ολόρεμα, και πέφτουν στο ποτάμι, τις Σαΐτες. Πλένουν τα ρούχα τους, τ’ απλώνουν στον ξεριά, λούζονται, χτενίζονται. Όλο το μεσημέρι το περνάνε στο ποτάμι. Σαν έρθει το δειλινό, παίζοντας και πάλι τα όργανα, παίρνουν τον ανήφορο και βγαίνουν στο Νεραϊδάλωνο κι εκεί στρώνουν το χορό. Ως το βράδυ χορό. Την άλλη μέρα τα ίδια. Δυο κόσμους χωρίζει η Κρέκιζα, τον ένα του χωριού μου τον κόσμο με τα βουνά του, τη Σιτίστα παραπέρα, και βαθιά πολύ βαθιά κάτω, το Φείδαρη με τα παραποτάμια του π’ αφήναμε πίσω μας. Και τον άλλο, τον καινούριο για μένα κόσμο, που ξανοίγεται μπρος μου. Και να: Αριστερά μας πρόβαλε ένας ζυγός ψηλός και μακρύς πολύ, πιασμένος απ’ τα Βαρδούσια. Είναι τα Μετερίζια με τα χλοϊσμένα λιβάδια τους που βόσκουν τα Βοστινιτσιώτικα τα πρόβατα. Εκεί που ο ζυγός αποσώνεται, είναι σηκωμένη μια κορφή που μοιάζει σαν κεφάλι σκουφωμένο, αποκάτω της ένα χωριό το Κλήμα. Παραπέρα άλλα βουνά που μόλις τα ξεχωρίζεις τυλιγμένα όπως είναι στην καταχνιά τους, στου Λιδωρικιού τα μέρη εκείνα. Δεξιότερά τους, τα προβούνια του Τρίκορφου. Παραδώθε μια ράχη που πιάνεται απ’ το Βοστινιτσιώτικο τόπο, πάει …πάει και δεν αποσώνεται. Ο πατέρας μου την είπε Μακριά ράχη, αν ήταν χειμώνας λέει, αυτή θα παίρναμε κορφή κορφή της, πηγαίνοντας θα πέφταμε εκεί που σμίγει το Γρανιτσόρεμα με τον Κόκκινο. Δεξιά απ’ τη Μακρυά Ράχη, φαινόταν και το Βλαχοβούνι. Την Πενταγιού όμως που είναι στης ποδιάς του τον κόρφο, μας την κρύβει της Κωστάρτσας το βουνό. Όλος αυτός ήταν ο καινούριος κόσμος για μένα και σαν σ’ ένα πανόραμα ο μακαρίτης ο πατέρας μου έκανε και το πρώτο μου μάθημα της Γεωγραφίας. Απ’ την Κρέκιζα κι εκείθε, όλο και κατεβαίνει η στράτα, περνάει ρέματα, υπερβαίνει ραχούλες, ώσπου σε βγαίνει στο χωριό. Κατώστρατα μας ακολουθεί και τ’ αυλάκι που πάει το νερό του Βελουχιού στην Κωστάρτσα και ποτίζει τους κήπους. Τα πρώτα σπίτια της τα είδαμε και πριν φτάσουμε τα άλλα τα κρύβει μια χαμηλή ράχη. – Να η Απάνω Κωστάριτσα, λέει, ο πατέρας μου, ευθύς που μπήκαμε. Εγώ κοιτούσα το χωριό με μεγάλη περιέργεια. Απαράλλαχτη σαν την Αρτοτίνα, το χωριό μου, μου φάνηκε κι η Κωστάριτσα. Σπίτια λασπότοιχα με γαλαζόπετρα και ξυλοδέματα εκεί, το ίδιο κι εδώ. Τους ίδιους κήπους τα ίδια οπωρικά. Σοκάκια, στενά, ξεροτοιχιές, φράχτες, γουρούνια, κότες μαρτίνια ανάκατα, σα να βρισκόμουν στον Κάτω Μαχαλά της Αρτοτίνας μου φαινόταν. Στον πάτο στο χωριό όπου μας έβγαλαν τα σοκάκια, είναι τα μαγαζιά, εκεί κουτσόπιναν οι Κωσταριτσιώτες τρώγοντας και κοκορέτσια. Οι πιο πολλοί τους ξενιτεύονται στην Αθήνα, και τώρα που δεν τελείωσε το καλοκαίρι ακόμα, κι είναι εδώ για να πίνουν το κρύο νερό, αυτή τη δουλειά κάνουν απ’ το πρωί ως το βράδυ. Μας σταμάτησαν, όπως θα σταματούσαν και κάθε άλλον που τυχόν θα περνούσε απ’ το χωριό τους για να τον φιλέψουν. Η φιλοτιμία και φιλοξενία στο χωριό είναι νόμος. Τέταρτο παρακάτω και πέρα απ’ το ρέμα, είναι το Κάτω Χωριό ή Κάτω Κωστάριτσα. Πολύ σωστά μετονόμασαν το χωριό τους οι Κωσταριτσιώτες Διχώρι. Το ίδιο σχολειό και την ίδια εκκλησιά έχουν τα δύο χωριά. Και τα δύο τ’ αφήνουμε στην Απάνω Κωστάριτσα. Τα παλιότερα όμως τα σπίτια και πολλές καστανιές τα έχει η Κάτω Κωστάριτσα. Από το Κάτω χωριό φαίνεται και η Βοστινίτσα σαν φωλιά φτιαγμένη σ’ ένα κόρφο που γίνεται ανάμεσα από τα τριγύρω βουνά. Βλέποντας αριστερά μας τη Βοστινίτσα πήραμε κατήφορο ως μια ώρα. Εκεί π’ αποσώνεται ο κατήφορος ξεμυτίζει ένα ρέμα από δεξιά, βρίσκει τον Κόκκινο που κατεβαίνει απ’ τη Βοστινίτσα και τον σμίγει. Στη σμίξη τους υψώνεται ένα βουναλάκι σαν πυραμίδα στην κορφή του είναι παλιό κάστρο, ο “Παλιόπυργος”, το λένε. – Του Ελλήνου κάστρο, άκουσα απ’ τον πατέρα μου. Απ’ αυτού και πέρα ισιάζει ο δρόμος γιατί όλο ξεριά ποταμού, ούτε πολύ ούτε λίγο ξεριά, δυο ολάκερες ώρες τραβηχτές. Και δεν βλέπεις,τίποτα άλλο παρά άμμο, στρογγυλόπετρες, στουρναρόλιθα πλατάνια και βουνοπλαγιά από δεξιά κι’ αριστερά με δάσος πυκνό από δέντρα, αριές, κουμαριές και ρείκια. Ακόμα καλοκαίρι, κι’ όμως το νερό του ποταμίου είναι πολύ και θολοκόκκινο, όπως τον χειμώνα, με το να περνάει από κοκκινοχώματα. – Γι’ αυτό το είπαν και Κόκκινο, μου είπε ο πατέρας. Ώσπου να το βγάλωμε τον ξεριά είχαμε αφήσει δεξιά μας τρία χωριά, το Νούτσομπρο τώρα Ψηλό χωριό – τα Δρεστενά και την Πενταγιού. Τα δύο πρώτα τα είδα, γιατί φαίνονται απ’ το ποτάμι, το τρίτο μου ‘δειξε ο πατέρας μου που είναι, όταν είχαμε διαβεί εκεί που σμίγει ο Κόκκινος με το Πενταγιόρεμα. Πριν τον βγάλουμε τον Κόκκινο, πήραμε αριστερά το τελευταίο πλάι της Μακριάς Ράχης στα Πίσω Χωράφια, το λένε εκεί – κι’ έπειτα πέσαμε στη σμίξη του με το Γρανιτσόρεμμα. Πίσω μας φαντάζει τώρα η Γρανίτσα κάτω από δυο βράχους που μοιάζουν κάστρα, παρεμπρός, όπου πάμε, ακολουθώντας μυλαύλακο, ακόμα και τώρα σώζονται τα θεμέλια του παλιού χανιού που άφησε και παροιμία. – Του Σκορδά το Χάνι, είπε ο πατέρας. Καλή αντάμωση στου Σκορδά το Χάνι. Που να δώσω προσοχή εγώ τόσο μικρός τότε σε παροιμίες. Απ’ του Σκορδά το Χάνι και πέρα ημερεύει ο τόπος, ισιάζει πιο πολύ η στράτα και λες πως είσαι σε κάμπο, ενώ βαδίζεις κατά την ομαλή αριστερή ακροποταμιά. Σε λίγο ο Κόκκινος εκεί που πλησιάζει να σμίξει το Μέγα το ποτάμι πλαταίνει, γίνεται απέραντος ο ξεριάς του. Περνώντας του Αγά το Κοτρώνι, όπου σήμερα έγινε η γέφυρα του αμαξωτού δρόμου που πάει στον Έπαχτο, είδαμε αριστερά μας ένα βουναλάκι. Στην κορφή του φαίνεται ένα παλιό κάστρο, με πύργο απ’ του Ελλήνου και του Βενετσάνου τον καιρό. – Την πίσω μεριά του είναι το Βελούχοβο (αρχαίο Κάλλιο) με το πολύ νερό που βγαίνει στη ρίζα του ορθόκοφτου βράχου, κι’ άκουσε και την ιστορία του, είπε ο πατέρας. – “Η Ωριά του κόσμου, η βασιλοπούλα, σ’ αυτό το κάστρο μέσα κατοικούσε. Δυο βασιλόπουλα, και τα δυο αδέρφια, ζητούσαν να την πάρουν γυναίκα. – Εσύ, λέει, η Ωριά στον έναν αδερφό, θα πας στο Νεζερό και θα φέρεις το νερό, κι’ εσύ, λέει στον άλλον, θα χτίσεις κάστρο στην κορφή στο βουναλάκι. Όποιος από τους δυο σας τελειώσει πρώτος τη δουλειά του, κείνος θα είναι και ο άντρας μου. Πάει ο πρώτος αδερφός στο Νεζερό, πήρε το νερό και το έφερνε με υδραγωγείο. Ξέσπασε το νερό στον κάμπο της Λαμίας κι’ έπειτα ψηλά στα Μετερίζια, αλλά και τις δυο φορές το βούλωσε κι ερχόταν μια χαρά. Μα κι’ ο δεύτερος δεν σταύρωσε τα χέρια, άρχισε να χτίζει το κάστρο με τετράγωνα μάρμαρα. Χτίσε, χτίσε, μια πέτρα έλειπε ακόμα κι’ η δουλειά θα τέλειωνε, πριν το νερό φτάσει στο Νεζερό. – Άφες με, να πέσω στα γόνατά σου και ν’ αποκοιμηθώ λιγουλάκι, λέει στην Ωριά, η δουλειά σαν τελειωμένη είναι, κι’ αυτή τον άφησε. Μα δεν πέρασαν ούτε πέντε λεπτά και το νερό νάτο κι’ έφτασε στο Βελούχοβο. Ββββ… ακούστηκε βοή και κακό. Ξύπνησε ο πρώτος, μα τι τ’ όφελος, το στοίχημα το κέρδισε ο αδερφός του. Από την πίκα του κι’ αυτός αρπάζει την τελευταία τετράγωνη πέτρα για να τον σκοτώσει. Φεύγει κείνος τον κατήφορο κατά τον κάμπο της Βελάς πέρα. Του το ‘ριξε το μάρμαρο, μαδεν τον πέτυχε είχε προσπεράσει. Αν περάσεις ποτέ στο χωριό του Μαλαντρίνου, θα την ιδείς πανώδρομα, την τετράγωνη αυτή πέτρα. Από τότε μένει εδεκεί.” Ώσπου να διηγηθεί ο πατέρας μου την παλιά αυτή ιστορία, είχαμε φτάσει στο Στενό. Όνομα και πράμα στενό. Από δω ο βράχος, αποκεί βράχος κι’ ανάμεσα να περνάει το ποτάμι, ο Δάφνος. Στους βράχους τούτους σφηνωμένο στέκεται ακόμα και σήμερα ένα παλιό γεφύρι, καμάρα ασβεστόχτιστη από τον καιρό του Βενετσάνου. Σήμερα έγινε άλλο γεφύρι, ψηλότερα απ’ αυτό για να περνάει ο αμαξόδρομος Λιδωρικίου Ναυπάκτου. Το κλειδί σ’ όλη την επαρχία της Δωρίδας είναι το Στενό. Εδώ σταυρώνονται όλοι οι δρόμοι της. Την πέρα μεριά του παλιού γεφυριού, στο βράχο, είναι κόνισμα. Κάνουν σταυρό του ρίχνουν τον οβολό τους όσοι περνούν. Αποπέρα, κατά του Λιδωρικού το μέρος στο ριζόβραχο, είναι παλιό καλντερίμι. Το ’φτιασε ο Κόταρης, ήταν παλιός Βουλευτής, είπε ο πατέρας, για να γλυτώνει απ’ την πλημμύρα του ποταμού ο κόσμος, γιατί το ποτάμι όταν ήταν κατεβασμένο έφτανε ως τα ριζόβραχα. Σε τούτο το καλντερίμι είδα πρώτη φορά στη ζωή μου και τηλέγραφο. Στύλος εδώ, στύλος παραπέρα, όλο στύλοι στην αράδα, στην κορφή στον κάθε στύλο μπηγμένο από ένα πήλινο κανατάκι, από κανατάκι σε κανατάκι σύρμα συγκρατητό, να η πρώτη μου εντύπωση. Ο πατέρας είπε: – Πάει τα χαμπέρια από ένα μέρος σ’ άλλο ο τηλέγραφος. Τον ρώτησα πως, μα δεν ήξερε να μου πει. Με τη φαντασία μου εγώ τότε, έλεγα πως κρεμούν το γράμμα στο σύρμα και πως το σύρμα το τραβάει και το πάει από το ένα μέρος στο άλλο. Ένα μόνο δεν μπορούσα να καταλάβω, πως το γράμμα περνάει από το ένα κανατάκι στο άλλο, και γιατί χρειάζονται αυτά τα κανατάκια. Απ’ το Στενό και πέρα μαζί με το σύρμα πάμε στο Λιδωρίκι. Απ’ αριστερά μας η Γκιώνα, άγριο και θεόρατο βουνό, όπως είναι νόμιζα πως θα πέσει να μας πλακώσει. Ανάμεσα απ’ αυτή και τα Βαρδουσία ξεμυτίζει ο Δάφνος, το μέγα Ποτάμι, όπως λέει κι’ ο κόσμος. Κοντά στο Στενό το σμίγει η Μπελεσίτσα του Λιδωρικού που έρχεται από του Μαλαντρίνου. Περάσαμε και τα Χάνια που είναι ακόμα πέρα απ’ το Στενό, περάσαμε ανάμεσα στα Λιδωρικιώτικα τ’ αμπέλια, πήραμε τον ανήφορο και βγήκαμε στο Λιδωρίκι. Μια σειρά σπίτια, όλα στη γραμμή με μαγαζιά αποκάτω αποπέρα και αποδώθε από το ρέμα που περνάει καταμεσής στο χωριό. Τα σπίτια δίπατα και τρίπατα, ασβεστόχτιστα τα πιο πολλά, αυτό ήταν και είναι ακόμα το Λιδωρίκι. Στη μέση του μια πλατείτσα, όσο ένα αλώνι, γύρω τα καφενεία, η μια της άκρη η Βαθιά (βρύση), κοντά στη Βαθιά ένα παλιό φουντωτό πλατάνι, αποκάτω τραπέζια που κάθονται οι χασομέρηδες, αυτό είναι το παραπανίσιο απ’ το δικό μου χωριό και σ’ αυτό και στα πολλά μαγαζιά καυχώνται οι Λιδωρικιώτες και λεν πως το Λιδωρίκι τους είναι πόλη, ας είναι και μικρότερο απ’ την Αρτοτίνα. Παραπάνω λίγο απ’ τη Βαθιά, το χάνι του Γιαλακίδη. Το θυμάμαι καλά, εκεί ξενυχτήσαμε κείνο το βράδυ. Ακόμα και τώρα δε φεύγει απ’ τη μύτη μου μια παράξενη βρώμα του χανιού και ποτέ δεν λησμονώ τον άσχημο ύπνο που έκαμα πάνω σ’ ένα πάγκο. Ύστερα απ’ τα μεσάνυχτα ξυπνήσαμε, θεέ μου τι σκοτάδι! Αν δεν είχαμε τα ζώα ούτε και θα μπορούσαμε να βγάλωμε ένα ολόμπηχτο ανήφορο που πήραμε, όλο πέτρα και πουρνάρι. Να πας, να πας και να μη σώνεται αυτός ο ανήφορος. Να ‘χεις τη νύστα, να ’χεις και το φόβο μη σκοντάψει το μουλάρι και σουροβολιαστείς χάμω. Σκαλί την ονόμασε αυτή τη στράτα ο πατέρας, και τότε πρώτη φορά κατάλαβα τι θα πει σκαλί, γιατί εμείς στο χωριό μας δεν έχουμε πετρωτό τόπο όπως στο Λιδωρίκι, για να ‘χωμε και σκαλιά. Το Σκαλί μας έβγαλε σε βουνό, τον Πλατό, κι’ απ’ τον Πλατό ισιάσαμε για τις Καρούτες. Δεν το είδα αυτό το χωριό ποτέ, γιατί περάσαμε νύχτα. Φέξαμε στο Δώθε Καρουτιανό Κάμπο και με τον ήλιο είχαμε βγάλει και τον Πέρα, έπειτα φτάσαμε στο Καρουτιανό Χάνι, στον Έλατο. Όλο έλατα από γύρω, μαύρα σαν πίσσα, ένα χανάκι, ισόγειο κι’ ο χανιάτης με μια συγγούνα μαύρη και φλοκωτή σαν να ’ναι γυναίκα, αυτή είναι η πρώτη μου εντύπωση για το χάνι. Ένα τέταρτο παραπέρα απ’ το χάνι είναι διάσελος, ο Έλατος αποδώ φάνηκε ένα ψηλό και περήφανο βουνό, ο Παρνασσός. Στα ριζά του κάτω ένας κάμπος όλο ελιές, ο Σαλωνίτικος. Κατά το δώθε ρίζωμα, όπου ο έλατος, πολλά σπίτια. – Ο Σόλωνας, είπε ο πατέρας… Πρώτη φορά στη ζωή μου έβλεπα πόλη και μου έκαμε μεγάλη εντύπωση…

(“ΗΩΣ” Ιανουάριος 1940)

Στοιχεία Επικοινωνίας

Έδρα: Αλκέτου 56 Βύρωνας, Αττική    Τηλέφωνο :2107655568   Fax:2107655568   Ε-mail:artotina.diakos@gmail.com

 

 

Κατασκευή Ιστοσελίδας

Doric Business Harmony PC

  www.doricharmony.gr