Η Aρτοτίνα

Το Χωριό

Η Αρτοτίνα είναι ένα ιστορικό, ονομαστό και γραφικό κεφαλοχώρι, που βρίσκεται στο βορειοδυτικό άκρο του Δήμου Δωρίδας της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Φωκίδας. Είναι χτισμένη σε πλαγιά, στους πρόποδες των Βαρδουσίων, σε υψόμετρο 1100-1350 μέτρων (υψόμετρο πλατείας 1180 μέτρα).

Απέναντι στον οικισμό, ανατολικά, ορθώνεται ο κύριος όγκος των Βαρδουσίων με την ψηλότερη κορυφή, την Πυραμίδα, να έχει ύψος 2350 μέτρα.

Η κορυφογραμμή των Βαρδουσίων αποτελεί το φυσικό ανατολικό όριο της περιφέρειας Αρτοτίνας με τις περιφέρειες των χωριών Άνω Μουσουνίτσας (ήδη Αθανάσιος Διάκος) και Κάτω Μουσουνίτσας, του Δήμου Δελφών του ιδίου Νομού.

Από πλευράς εκτός Νομου Φωκίδας, η Αρτοτίνα συνορεύει: ανατολικά και βορειοανατολικά με τη Φθιώτιδα (χωριά Κολοκυθια, Αργύρια), νοτιοανατολικά και δυτικά με τη Ναυπακτία (χωριά Καλλονή και Κυδωνιά), βορειοδυτικά και Βόρεια επίσης με τη Ναυπακτία (χωριά Λεύκα και Γραμμένη Οξυά) και φυσικό σύνορο το ποτάμι Εύηνος.

Οι πριονωτές κορυφογραμμές και οι απόκρημνες και απρόσιτες ορθοπλαγιές της οροσειράς των Βαρδουσίων είναι ένας πρόσθετος λόγος που τα Βαρδούσια βρίσκονται στη πρώτη σειρά ενδιαφέροντος, ιδίως αναρριχιτικού, ορειβατών και φυσιολάτρων. Μεταξύ των καταγεγραμμένων αναρριχητών, περιλαμβάνεται και ο κατακτητής του Έβερεστ, Άγγλος Χίλλαρυ. Το θέαμα, σχεδόν με γυμνό μάτι, που αντίκρυσαν, όπως περιγράφεται από τυχερούς που πάτησαν τις κορυφές Πυραμίδα & Κόρακα, είναι ασύλληπτο: Προς βορράν η Όθρυς, ο Τυμφρήστος, ο Θεσσαλικός κάμπος με τον Όλυμπο στο βάθος, προς Νότο ο Κορινθιακός και Πατραϊκός κόλπος, τα βουνά της Πελοποννήσου μέχρι τον Ταϋγετο, προς Ανατολάς Φθιώτιδα, Μαλιακός και Ευβοϊκός κόλπος, Εύβοια, Αιγαίο πέλαγος μέχρι νησιά Σποράδες και Χαλκιδική, Νοτιοανατολικά ξεχωρίζει Βοιωτία και Αττική.

Τρία ποτάμια διασχίζουν την περιφέρεια της Αρτοτίνας: Η Σαϊτα … από τη νοτιοδυτική πλευρά της περιοχής, οδεύει σχεδόν κατά μήκος χαράδρας που σχηματίζεται ανάμεσα στις υπώρειες των Βαρδουσίων και της πλαγιάς που βρίσκεται στα πόδια του οικισμού της Αρτοτίνας. Συνεχίζοντας συναντά τον Βαρδουσιώτη που πηγάζει απ’ τα Βαρδούσια και, μαζί πλέον, ενώνεται με το άλλο ποτάμι, την Καρυά ή Καρυοπόταμο, που είναι το μεγαλύτερο ποτάμι της περιοχής, που πιάνεται ψηλά στα Βαρδούσια, ανατολικά, κατηφορίζει προς δυσμάς και ενώνεται με το δίδυμο Σαϊτα-Βαρδουσιώτης. Παραλαμβάνονται και τα νερά της Ρεματιάς Σιτίστα, συνεχίζει την πορεία του, ως Εύηνος (Φιδάρης) πλέον, στη Ναυπακτία, προς το φράγμα Αγίου Δημητρίου (που ενισχύει τα αποθέματα της λίμνης Μόρνου) με την υπερχείλιση του φράγματος να καταλήγει στη θάλασσα του Γαλατά, δίπλα στο Ευηνοχώρι Μεσολογγίου.

Η περιοχή της Αρτοτίνας είναι κατάφυτη από Έλατα και ακολουθούν σε μικρότερο βαθμό κέδρα και βελανιδιές (χωρίς να λείπουν σε ικανό αριθμό πλατάνια, καστανιές, καρυδιές κλπ).

Απέναντι απ΄την Αρτοτίνα, στη δυτική γυμνή πλαγιά του Κόρακα, είναι υπεραιωνόβια ξεκομμένα «πέντε κέδρα» στο σχήμα του «5» της τράπουλας. Συνιστάται στον επισκέπτη να ζητήσει να του τα δείξουν. Στην πλούσια χαμηλή βλάστηση αξίζει να αναφερθούν τα φαρμακευτικά φυτά και βότανα: Άφθονη ρίγανη, χαμομήλι και αρωματικά, Βαρδουσιώτικο τσάι. Όλες οι πλαγιές των γυμνών βουνών είναι κατάφυτες από τούφες τσαγιού σαν να είναι σπαρμένες.

Τα Βαρδούσια ίσως προσελκύσουν στο μέλλον, το ενδιαφέρον και των βοτανολόγων. Η περιοχή της Αρτοτίνας προσφέρεται για το σπορ του κυνηγιού (όταν επιτρέπεται): Μεμονωμένοι κυνηγοί ή παρέες, από τη Στερεά Ελλάδα και την περιοχή Πατρών, επιδίδοντας στο κυνήγι του αγριογούρουνου, του λαγού, αλά και πουλιών.
Το κλίμα της Αρτοτίνας είναι ηπειρωτικό, με ξηρότητα της τάξης 0.40 και γι’αυτό παλαιότερα, όταν η φυματίωση και η ελονοσία μάστιζαν τους κατοίκους των πόλεων, κάμπων και παραλιών της χώρας, το κλίμα της Αρτοτίνας ήταν ιδεώδες για την αποκατάσταση της υγείας τους.

Η ΑΡΤΟΤΙΝΑ ΣΤΗΝ ΑΡΧΑΙΟΤΗΤΑ

Ο Παυσανίας στα «Φωκικά» του αναφέρεται σε πληροφορίες αναγόμενες στη μυθολογία της ευρύτερης περιοχής όπως:

α) ο Ποταμός Εύηνος ονομάζεται Λυκόρμας . Πήρε το σημερινό όνομα κατά την περίοδο δράσης του μυθικού ήρωα Ηρακλή
β) ο χώρος που σήμερα ονομάζεται «Δωρίδα» λεγόταν στην αρχαιότητα « Εσπέρια Λοκρίς». Οι κάτοικοί του ήταν οι «Όζολοι Λόκροι» ενώ στη περιοχή Αρτοτίνας κατοικούσε μερίδα αυτών, οι «Βωμιείς».

Γ) Τα σημερινά «Βαρδούσια» ονομάζονταν «Κόραξ», όπως άλλωστε «Κόρακας» ονομάζεται και σήμερα η ψηλότερη κορυφής τους.
Εφεξής, όπου αναφέρεται «Αρτοτίνα», για λόγους συντομίας, εννοούμε την περιοχή όπου κατοικούσαν οι Βωμιείς. Η ονομασία «Αρτοτίνα» γίνεται γνωστή αργότερα στα χρόνια της Τουρκοκρατίας.

Ο Θουκιδίδης, περιγράφοντας τη δραστηριότητα του Αθηναίου στρατηγού Δημοσθένη κατά τον Πελοπονησιακό πόλεμο, αναφέρεται στις επιχειρήσεις και καταγράφει τις υπαρκτές αρχαίες πόλεις Ευπαλίο, Αιγίτιο, Πολιδάνεια, Τειχίο, Κροκύλιο, ενώ ουδεμία ένδειξη έχουμε αν υπήρχε πόλη με το όνομα Βωμέα στην περιοχή των Βωμιέων, δηλαδή της Αρτοτίνας, πέρα από τις μαρτυρίες για την ύπαρξη Οφιονέων – Βωμιέων και της ενεργού συμμετοχής τους στο πλευρό των Αιτωλών (και των Λακεδαιμόνων) κατά τον Πελοπονησιακό πόλεμο.

Πάντως σε καμία περίπτωση η αρχαία πόλη Ερινέος του συμπλέγματος της Δωρικής τετράπολης (Ερινέος, Κυτίνιον, Βοϊον, Πίνδος) στην Ανατολική Στερεά Ελλάδα είναι η αρχαϊκή Αρτοτίνα όπως ανακριβώς ταυτίστηκε για αρκετά χρόνια και έχει και από σύγχρονους συγγραφείς (Φιλήμων, Βαλαωρίτης) αναφερθεί: Είναι ήδη εξακριβωμένο ότι ο Ερινεός βρισκόταν εκεί όπου σήμερα είναι το χωριό Καστέλια της Παρνασσίδας.

Κατά τους ελληνιστικούς χρόνους (323-30 πΧ) οι Βωμιείς βρίσκονται ενταγμένοι στο Αιτωλικό έθνος το οποίο, βαθμιαία, επεκτάθηκαν ανατολικά μέχρι τα βουνά Οξυά, Βαρδούσια και Γκιώνα, όρια μεταξύ Αιτωλίας και Αρχαίας Δωρίδας, με το Στράβωνα να γράφει ότι ο «Κόραξ όρος απότομο και πετρώδες, χωρίζει την Αιτωλία από τους Λόκρους Οζολούς». Δημιουργήθηκε έτσι η Αχαϊκή συμπολιτεία (γύρω στα 290πΧ), η οποία πολέμησε εναντίον των Μακεδόνων. Φαίνεται ότι στο δύσβατο πέρασμα (στα σύνορα των περιφερειών Αρτοτίνας και Γραμμένης Οξυάς-Σιτίστας) από τη Θεσσαλία προς τη χώρα των Αιτωλών έπαιξε σημαντικό ανασχετικό ρόλο στη επανηλημμένες εξορμήσεις των Μακεδόνων και, τελικά, μόνο έναν αιώνα περίπου αργότερα, ο Φίλιππος κατάφερε να καταλάβει την Αιτωλία και να καταστρέψει την πρωτεύουσα της Αιτωλικής Συμπολιτείας, το Θέρμο. Ένα αξιόλογο μνημείο που οι ειδικοί τοποθετούν στην ελληνιστική περίοδο είναι η Γονοκλησιά, στα σύνορα περίπου των δύο περιφερειών, αποτελεί μαρτυρία πιθανός τόπου σύγκρουσης Αιτωλών με τους Μακεδόνες: πρόκειται κατά τις εκτιμήσεις ειδικών, για ερείπια μακεδονικού τάφου πιθανόν στρατιωτικού ηγέτη της εποχής.Κάποια επιγραφή ή άλλα στοιχεία (χρονολογία, όνομα) δεν βρέθηκαν. Πάντως το μηνμείο έχει προκαλέσει το ενδιαφέρον πολλών σύγχρονων μελετητών. Αναφέρεται σε έκθεση του Έπαρχου Δωρίδος Κ. Καλαμίδα (1849) και έκτοτε από τους αρχαιολόγους Ν.Παπαδάκη και Δ. Βοκοτόπουλο, με εκτενή δημοσιεύματα στο «Αρχαιολογικό Δελτίο», τον ιστορικό καθηγητή Γ. Κρέμο και βέβαια, το γνήσιο Αρτοτινό λαογράφο Δ. Λουκόπουλο.

Σε ότι αφορά στην ονομασία «Γενοκλησιά» φαίνεται ως πιθανότερη η εξήγηση του Δ.Λουκόπουλου: Το μνημείο χρησιμοποιήθηκε κατά τους Χριστιανικούς χρόνους, σαν εκκλησία, όπου μία φορά το χρόνο, στη γιορτή του Αγίου Πνεύματος «γονάτιζαν και προσεύχονταν εκεί».

Πέρασμα των Γαλάτων από την περιφέρεια δεν υπήρξε αφού άλλωστε οι τελευταίοιπροτιμούσαν κάμπους και παράλια μέρη.

Το ίδιο ισχύει και για την Ρωμαϊκή αυτοκρατορία και το Βυζάντιο που ακολούθησαν. Πάντως η διάδοση της Ορθοδοξίας στην ευρύτερη περιοχή της Αιτωλικής Συμπολιτείας ( όπου περιλαμβάνεται και η χώρα των Βωμιέων) με τις μνημονεύσεις ήδη από το 197 μΧ του Καλλικράτη, ως Επισκόπου Ναυπάκτου, δείχνει κάποια σχέση της περιοχής με το Βυζαντινό κράτος.

Ουδέν στοιχείο υπάρχει στη περιφέρεια των Βωμιέων που να μαρτυρεί το πέρασμα Ενετών και Φράγκων.

Αντιθέτως, υπάρχουν στοιχεία που επιβεβαιώνουν την παραμονή/συνύπαρξη του ελληνικού στοιχείου, για πολλούς αιώνες, με τους Σλάβους και Βλάχους στην ορεινή Δωρίδα και Ναυπακτία. Η συνύπαρξη, ιδίως των Βλάχων με το ελληνικό στοιχείο, είχε επίπτωση στη διαμόρφωση γλωσσικου ιδιώματοςμε πολλές λέξεις βλάχικης προέλευσης, σε τοπονύμια, ονομασίες φαγητών κλπ, που έχουν φθάσει μέχρι τις μέρες μας. Ακόμη και η ονομασία «Αρτοτίνα» (βλ. ενότητα «Περίοδος Τουρκοκρατίας») φαίνεται να ανήκει σ’αυτή την ομάδα τοπονυμίων. Η επιρροή των Σλάβων στο γλωσσικό θέμα είναι πολύ περιορισμένη.

Η ΑΡΤΟΤΙΝΑ ΣΤΗΝ ΠΕΡΙΟΔΟ ΤΗΣ ΤΟΥΡΚΟΚΡΑΤΙΑΣ

Το ορείνό και δυσπρόσιτο περιβάλλον της περιοχής απέτρεψε μόνιμη εγκατάσταση Τούρκων. Εξασφάλιζαν την είσπραξη των φόρων μέσω των τοπικών προυχόντων (κοτζαμπάσηδων) αρχικά και αργότερα μέσω των κλεφταρματωλών, οι οποίοι βέβαια έιχαν και το δικό τους μερίδιο στις εισπράξεις.

Το χωριό που μεγάλωσε σημαντικά μετά την μετακίνηση σ’αυτό νομαδικών ποιμενικών πληθυσμών (σκηνιτών) αλλά και κατοίκων από γειτονικά καμποχώρια για να γλυτώσουν τους διωγμούς των Τούρκων, εξελίχθηκε σε δυνατό κεφαλοχώρι της περιοχής. Σ’αυτή την περίοδο ανάγεται η εμφάνιση του χωριού με τη σύγχρονη ονομασία. Σύμφωνα με την τοπική παράδοση οι πρώτοι κάτοικοι που εγκαταστάθηκαν μόνιμα στη σημερινή θέση (η παλαιά θέση του χωριού των Βωμιέων ήταν απέναντι, στη τοποθεσία του Αη-Δημήτρη), προέρχονταν από την Άρτα, απ’όπου πήρε το πρώτο συνθετικό του ονόματός της. Πολλά οικογενειακά ονόματα της Αρτοτίνας, εμφανίζονται με έντονη δράση στις περιοχές της Άρτας και του Βάλτου.

Εκτός της παράδοσης, υπάρχουν και γραπτά στοιχεία που αναφέρονται στην πιο πάνω παράδοση, όπως ο Πούκεβιλ, πρόξενος της Γαλλίας κοντά στον Αλή Πασά, που περιηγήθηκε την περιοχή (1805-1815) και ο Ηπειρώτης δάσκαλος Φ.Παπαδόπουλος (1858), που υπηρετύσε στην Αρτοτίνα.
Το κύμα μετανάστευσης απ’την περιοχή της Άρτας προς ασφαλέστερα ορείνα μέρη της κεντρικής Ελλάδος, έγινε γύρω στα 1585 μετά από μεγάλη καταστροφή της τελευταίας.

Όσον αφορά το δεύτερο συνθετικό της ονομασίας «ΤΙΝΑ», η πιθανότερη εξήγηση (Γ.Ρουφαγάλης, «Αρτοτίνα») είναι να προέρχεται από τη λατινογενή ρουμάνικη λέξη «TINAR” που σημαίνει «ΝΕΟΣ» και άρα η λέξη «Αρτοτίνα» σημαίνει ΑΡΤΑ ΝΕΑ. Ας σημειωθεί ότι στην ορεινή Ναυπακτία υπάρχει χωριό με το όνομα Αρτοτίβα.
Από τον συνδυασμό πολλών στοιχείων από το αρχείο Ανδρίτσου Σαφάκα που επεξεργάστηκε και ταξινόμησε ο Δ. Λουκόπουλος (1927) προκύπτει αβίαστα το συμπέρασμα ότι η Αρτοτίνα υπήρχε στη σημερινή της θέση (αλλά και το Μοναστήρι του Προδρόμου) ήδη τουλάχιστον από το 1600, ίσως και πριν από αυτή τη χρονολογία.

ΑΡΤΟΤΙΝΑ - ΚΑΠΕΤΑΝΟΧΩΡΙ ΤΗΣ ΡΟΥΜΕΛΗΣ

Η κάπως ομαλή συμβίωση με τους Τούρκους μέσω των κοτζαμπάσηδων, αλλάζει προς το χειρότερο μετά την υπαγωγή στο κράτος ωτου Αλή Πασά (από το 1788 έως το 1821) και την εγκατάσταση του υιού του Βελη στη Ναύπακτο. Τα Τουρκικά αποσπάσματα από το Λιδωρίκι και την Υπάτη (Πετρατζίκι) είναι ο φόβος και ο τρόμος των ορεινών περιοχών και μόνο με την υποψία συνεργασίας και τροφοδοσίας των κλεφτών. Σ’αυτή την περίοδο (γύρω στα 1793) τοποθετείται η θανάτωση του πατέρα του Αθ.Διάκου και του αδερφού του Αποστόλη με αυτή την κατηγορία.

Η Αρτοτίνα έδωσε στον Αγώνα της Ανεξαρτησίας τόσους πολλούς σημαντικούς κλεφταμαρτωλούς και οπλαρχηγούς όπως οι: Λουκάς Καλιακούδας, Δήμος Σκάλτσας (Σκαλτσοδήμος), Ανδρίτσος Σαφακας, Ιωάννης Ρούκης, Αντώνης Κοντοσόπουλος (Γεράντωνος) και φυσικά ο Αθανάσιος Διάκος, ώστε επάξια φέρει το τίτλο «Καπετανοχώρι» της Ρούμελης. Ο κατάλογος συμπληρώνεται με μεγάλο κατάλογο αγωνιστών στα αρχεία Ανδρίτσου Σιαφάκα και Σκαλτσοδήμου. Το αρχείο Σαφάκα, με επιμέλεια Δ. Λουκόπουλου εκδόθηκε από την Ιστορική και Λαογραφική βιβλιοθήκη του «Συλλόγου προς διάδοσιν ωφέλιμων βιβλίων» 1931, ενώ το αρχείο Σκαλτσοδήμου βρίσκεται στο αρχείο Αγωνιστών της Εθνικής Βιβλιοθήκης. Ο Σκαλτσοδήμος υπήρξε ο απελευθερωτής του Λιδωρικίου, όπου τιμάται ανάλογα.

 

ΟΙ ΗΡΩΕΣ ΤΗΣ ΑΡΤΟΤΙΝΑΣ

Η Αρτοτίνα Δωρίδας αποτελεί πατρίδα πολλών οπλαρχηγών της επανάστασης του 1821.

Μεταξύ αυτών να αναφέρουμε τους Αθανάσιο Διάκο, Λουκά Καλιακούδα, Αντώνη Κοντοσόπουλο, Ιωάννη Ρούκη, Ανδρίτσο Σαφάκα, Δήμο Σκαλτσά καθώς και τον  Ιωάννη Φαρμάκη.

Οι οπλαρχηγοι της Αρτοτίνας τιμούνται ως ήρωες καθώς επέδειξαν αυτοθυσία στην διάρκεια διεξαγωγής του εθνικοαπελευθερωτικού αγωνα.

ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ ΔΙΑΚΟΣ

Ο Διάκος γεννήθηκε στην Αρτοτίνα το 1781/1782. Ήταν το πέμπτο παιδί της οικογένειας του Μουσουνιτσιώτη Γεώργιου Πανουργιά, που υιοθετημένος από το θείο του Θανάση Γραμματικό είχε γίνει γνωστός στην Αρτοτίνα με το προσωνύμιο Ψυχογιός, παντρεύτηκε με την Αρτοτινή Χρυσούλα Καφούρα ή Μπουκουβάλα. Τα υπόλοιπα τέσσερα  παιδιά ήταν η Σοφία, η Καλομοίρα, ο Αποστόλης και ο Κωνσταντίνος. Ο Κωνσταντίνος υιοθετήθηκε από την άκληρη θεία του Στάμω, σύζηγο Γιάννη Μασσαβέτα, στην  Άνω Μουσουνίτσα και πήρε το επώνυμο Μασσαβέτας δημιουργώντας έτσι της έκτοτε γενιάς των Μασσαβεταίων. Ο Θανάσης επέλεξε το επώνυμο Διάκος κατά τη παραμονή του στο μοναστήρι του Προδρόμου, όπου μπήκε περίπου δώδεκα ετών, σαν καλογεροπαίδι μετά τη θανάτωση του πατέρα του και του αδερφού του Αποστόλη από τους Τούρκους. Εκεί ανδρώθηκε με άσβεστο μίσος για τους Τούρκους που τον οδήγησε διαδοχικά στα κλέφτικα σώματα του Τσαμ-Καλόγερου και του Σκαλτσοδήμου, για να καταλήξει λίγα χρόνια πριν την επανάσταση πρωτοπαλίκαρο του Οδυσσέα Ανδρούτσου στη Λειβαδιά, της οποίας ανέλαβε το αρματολίκι (όπως και του Ταλάντιου δηλαδή της Αταλάντης) στις παραμονές της εξέγερσης το 1820 έχοντας ήδη μυηθεί στη Φιλική Εταιρία. Από κει ξεκίνησε για την Αλαμάνα με το γνωστό ηρωικό του τέλος που συγκλόνισε αλλά ταυτόχρονα συνήγειρε το Πανελλήνιο και όχι μόνο.

ΛΟΥΚΑΣ ΚΑΛΙΑΚΟΥΔΑΣ

Ο Λουκάς Καλιακούδας γεννήθηκε στην Αρτοτίνα γύρω στα 1760. Νέος εντάχθηκε στην κλέφτικη ομάδα του περίφημου Ανδρούτσου –πατέρα του Οδυσσέα Ανδρούτσου- και έγινε πρωτοπαλίκαρό του. Πολέμησε στο πλευρό του Ανδρούτσου στην Πελοπόννησο, μετά την αποτυχία της εκστρατείας του Λάμπρου Κατσώνη (1792).

Ο Λουκάς Καλιακούδας γυρίζοντας στη Ρούμελη εξακολούθησε τον αγώνα κατά των Τούρκων και των Τουρκαλβανών του Αλή πασά, που εκείνη την εποχή καταδίωκε απηνώς τους Κλεφταρματολούς της Στερεάς στην προσπάθειά του να αναδιατάξει και αποδυναμώσει το αρματολικό σύστημα. Σε μια τέτοια καταδιωκτική επιχείρηση, ο Λουκάς Καλιακούδας, σκοτώθηκε από τους Τουρκαλβανούς του Μετζομπόνο στο χωριό Γαβρολίμνη Ναυπακτίας (1804), μαχόμενος ηρωικά με τα εκατόν είκοσι παλικάρια του.

ΑΝΤΩΝΗΣ ΚΟΝΤΟΣΟΠΟΥΛΟΣ

Ο Αντώνης Κοντοσόπουλος ή Γεράντωνος γεννήθηκε κι αυτός στην Αρτοτίνα στα 1790-1792. Από νωρίς ακολούθησε την κλέφτικη ζωή. Η έναρξη της Επανάστασης του 1821 βρήκε τον Κοντοσόπουλο, μυημένο στη Φιλική και οπλαρχηγό του Ταλαντίου (Αταλάντης). Στη θέση αυτή τοποθετήθηκε από τον πρώτο του ξάδελφο, τον Αθανάσιο Διάκο. Όταν ξέσπασε η Επανάσταση, ειδοποιημένος από το Διάκο, στις 29 Μαρτίου μπήκε στην Αταλάντη, και την απελευθέρωσε.

Έλαβε μέρος στη μάχη της Αλαμάνας, της Υπάτης, των Βασιλικών, στη μάχη της Άμπλιανης (1824). Από το 1826 πέρασε στις διαταγές του Γ. Καραϊσκάκη με τον οποίο πολέμησε στις μάχες της Δομβραίνας και στη μεγάλη μάχη της Αράχωβας. Επίσης πήρε μέρος στη μάχη του Φαλήρου και την επόμενη χρονιά (1827) κυρίευσε το φρούριο του Ακροκορίνθου. Στη συνέχεια και μέχρι το τέλος του Αγώνα και την απελευθέρωση, ο Κοντοσόπουλος δεν έπαψε να αγωνίζεται με σθένος και αυταπάρνηση.

ΙΩΑΝΝΗΣ ΡΟΥΚΗΣ

Ο Ιωάννης Ρούκης γεννήθηκε στην Αρτοτίνα στα 1795 και σε ηλικία δεκαπέντε ετών μπήκε στο κλέφτικο σώμα του Πανουργιά και του Γ. Κοσκινά. Στο σώμα αυτό έμεινε τρία χρόνια. Στη συνέχεια υπηρέτησε στο στρατό του Οδυσσέα Ανδρούτσου και, όταν ξέσπασε η σύγκρουση Αλή και σουλτανικών δυνάμεων κι ο Οδυσσέας πήγε στα Γιάννενα, ο Ρούκης μπήκε κάτω από τις διαταγές του άλλου οπλαρχηγού της Λειβαδιάς, του Διάκου. Με την κήρυξη της Επανάστασης, ο Ρούκης πολέμησε μαζί με το Διάκο για την απελευθέρωση της Λειβαδιάς και της Μενδενίτσας.

Πήρε μέρος στην πολιορκία της Υπάτης, στις μάχες των Βασιλικών και της Περαχώρας Λουτρακίου, στα Βρυσάκια της Εύβοιας, στον Μαραθώνα, στο Κερατσίνι, στην Αράχοβα, στη Φοντάνα και στο Δίστομο. Την επόμενη χρονιά δηλ. στα 1828 ενίσχυσε τον Κίτσο Τζαβέλα στη μάχη της Σεργούλας και στις εκκαθαριστικές επιχειρήσεις που ακολούθησαν. Κι αυτός δεν απέφυγε τα καπάκια με τους Τούρκους. Τον Μάρτιο 1829, ο Ρούκης, πολέμησε στην πολιορκία της Ναυπάκτου, των Θηβών και στην τελευταία μάχη του Αγώνα του ’21, στη μάχη της Πέτρας.

ΑΝΔΡΙΤΣΟΣ ΣΑΦΑΚΑΣ

Ο Ανδρίτσος Σαφάκας γεννήθηκε στην Αρτοτίνα στα 1775-1780. Μπήκε νωρίς στην κλέφτικη ζωή. Πριν από το 1806 έγινε καπετάνιος σε κλέφτικη ομάδα και εκείνη τη χρονιά κατέφυγε προσωρινά στην Αγία Μαύρα, για να σωθεί από την καταδιωκτική μανία του Αλή πασά. Η κλέφτικη δράση του Σαφάκα συνεχίστηκε ως τα 1812. Στη συνέχεια προσκύνησε το Βελή και αναγνωρίστηκε καπετάνιος των Κραβάρων.

Στα 1820 ήταν ήδη μυημένος στη Φιλική Εταιρεία. Με την έναρξη της Επανάστασης ο Σαφάκας είχε να επιτελέσει δυο αποστολές: η πρώτη ήταν να κρατάει την ορεινή διάβαση της Οξιάς και να εμποδίζει τη διέλευση τούρκικων στρατευμάτων. Και η δεύτερη να δίνει βοήθεια σε άλλα μαχόμενα ελληνικά Σώματα.
Για να ανταποκριθεί στην αποστολή του αυτή, ο Σαφάκας κατασκεύασε στη ράχη της Οξιάς οχυρωματικά έργα (ταμπούρια) που ονομάστηκαν <<του Σαφάκα τα ταμπούρια>>. Σ’ αυτή τη στρατηγική θέση ο Σαφάκας διατηρούσε μόνιμο στρατόπεδο (ορδί). Από τον Απρίλιο του 1821 και μετά o Σαφάκας έλαβε μέρος σε διάφορες μάχες με σημαντικότερη αυτή της Παπαδιάς. Προστάτεψε τα απροσκύνητα χωριά των Κραβάρων, όταν οι πασάδες Σκόντρα και Ισμαήλ με ισχυρές τουρκικές δυνάμεις εισέβαλαν στα Κράβαρα.

Προστάτεψε τον πληθυσμό της Αρτοτίνας, όταν “οι Καρπενησιώτες Τούρκοι ακολουθώντας το σύρραχο της Οξιάς …ξεχύθηκαν προς Σιτίστα, με διαθέσεις να στραφούν και προς την Αρτοτίνα.” Τον Ιούλιο του 1825 ενίσχυσε με δυνάμεις του τους πολιορκημένους του Μεσολογγίου.
Μετά την πτώση του Μεσολογγίου έκανε καπάκια με τους Τούρκους, για να σώσει τους πληθυσμούς. Ακολούθησε τον Καραϊσκάκη, όταν έγινε αρχιστράτηγος, και μετά το θάνατό του ξαναπήρε αμνηστία.

Ωστόσο ο Σαφάκας εξακολουθούσε να είναι επίφοβος για τους Τούρκους. Έτσι στα τέλη Αυγούστου του 1828 τον συνέλαβαν και τον οδήγησαν ως όμηρο στα Γιάννενα μαζί με τα πιστά παλικάρια του. Κατόρθωσε να δραπετεύσει, μαζί με τους συντρόφους του και δολοφονήθηκε στο γεφύρι της Τατάρνας από ανθρώπους του αδελφοποιτού του Σωτήρη Στράτου, συνεργατών των Τούρκων και του Κιουταχή.

ΔΗΜΟΣ ΣΚΑΛΤΣΑΣ

Ο Δήμος Σκαλτσάς γεννήθηκε στην Αρτοτίνα ανάμεσα στα 1760 με 1765. Νέος ο Σκαλτσοδήμος μπήκε στο ένοπλο σώμα των Κοντογιανναίων, ονομαστών Κλεφτών και ύστερα Αρματολών της Υπάτης. Αργότερα εντάχθηκε στο σώμα του οπλαρχηγού του Ζυγού, Τσαμ Καλόγερου, που τότε δρούσε στη Δωρίδα και ιδιαίτερα στα Βαρδούσια. Κι όταν εκείνος κατέφυγε στην Ήπειρο, ο Σκαλτσοδήμος έγινε καπετάνιος της κλέφτικης ομάδας με πρωτοπαλίκαρα τους συγχωριανούς του Διάκο και Γούλα.

Μερικά χρόνια αργότερα επεδίωξε να γίνει Αρματολός Λιδωρικίου χρησιμοποιώντας την προσφιλή μέθοδο της εποχής, τον εκβιασμό. Απήγαγε λοιπόν την Κρυστάλλω, κόρη του προύχοντα της Κωστάριτσας, Αναγνώστη Μπαμπαλή με σκοπό να μεσολαβήσει στον Αλή προκειμένου να πάρει το αρματολίκι της Δωρίδας. Ο εκβιασμός πέτυχε και, χωρίς να προσκυνήσει, πήρε το αρματολίκι Λιδωρικίου, το οποίο μοιράστηκε με το Διάκο. Οι σχέσεις των δυο ανδρών δεν ήταν καλές και οξύνθηκαν με την απαγωγή της Κρυστάλλως που σύμφωνα με την παράδοση ήταν “σταυραδελφή” του Διάκου.

Οι καθημερινές προστριβές και η ψυχρότητα που επέδειξε στο τέλος ο Σκαλτσοδήμος προς το Διάκο ανάγκασαν τον τελευταίο να φύγει για τα Σάλωνα. Μόνος πια και αναμφισβήτητος καπετάνιος της Δωρίδας ο Σκαλτσοδήμος φρόντισε να κρατήσει το αρματολίκι του και στα χρόνια της αποστασίας του Αλή πασά (1820) με τη μεσολάβηση των προκρίτων Δωρίδας, Παναγιώτη Λιδωρίκη και Τριαντάφυλλου Αποκορίτη, στον σουλτανικό πασά της Ναυπάκτου, Πεχλιβάν ή Μπαμπά πασά.
Λίγο πριν την Επανάσταση ο Σκαλτσοδήμος ήταν μυημένος στη Φιλική Εταιρεία και προετοιμασμένος για το μεγάλο ξεσηκωμό. Έτσι στις 28 Μαρτίου 1821 απελευθέρωσε το Λιδωρίκι, ενώ ταυτόχρονα το πρωτοπαλίκαρό του, ο Θοδωρής Χαλβατζής το Μαλανδρίνο.

Στη συνέχεια ο Σκαλτσοδήμος, δημιούργησε μόνιμο στρατόπεδο στο Μακρυκάμπι, που διατηρήθηκε σε όλη τη διάρκεια του Αγώνα και πήρε μέρος σε πολλές μάχες, με τελευταία αυτή της Γρανίτσας.

Μετά την πτώση του Μεσολογγίου αποσύρθηκε στην Πελοπόννησο, όπου και πέθανε στις αρχές Σεπτεμβρίου 1826.

ΙΩΑΝΝΗΣ ΦΑΡΜΑΚΗΣ

 

Ο Ρουμελιώτης οπλαρχηγός Γιάννης Φαρμάκης γεννήθηκε στην Αρτοτίνα στα 1801. Μικρός σε ηλικία, δεκάξι ετών, έγινε Κλέφτης και μπήκε στο ένοπλο σώμα του Σαφάκα, στον οποίο οφείλει το επώνυμό του, καθώς το κανονικό του ήταν Φουσέκης.

Η επαναστατική του δράση ήταν πλούσια, καθώς πήρε μέρος στις σημαντικότερες μάχες της Στερεάς, όπως στη μάχη της Υπάτης, στο Χάνι της Γραβιάς, στη μάχη των Βασιλικών, σε μάχες στη Ναυπακτία και την Ευρυτανία. Στην περίφημη μάχη της Παπαδιάς (1825) έσωσε με την επέμβασή του το Σαφάκα, ο οποίος είχε αποκλειστεί από τους Τούρκους. Στη συνέχεια ο Γιάννης Φαρμάκης αγωνίστηκε στην ορεινή Δωρίδα, το 1826 στην Αράχοβα, το 1827 στο Κερατσίνι. Την επόμενη χρονιά (1828) έλαβε μέρος, μαζί με άλλους Ρουμελιώτες ενόπλους, στις εκκαθαριστικές επιχειρήσεις που έκανε ο Κίτσος Τζαβέλας στη Σεργούλα, στη Λομποτινά, στην Τέρνοβα και αλλού.

 

Θρησκευτική Παράδοση

ΕΞΩΚΛΗΣΣΙΑ

Ο Άγιος Γεώργιος, μεγαλοπρεπής Ναός, ίσως ο μεγαλύτερος στη Δωρίδα, πολυούχος της Αρτοτίνας, χτισμένος μμε πελεκητά αγκωνάρια από Ηπειρώτες τεχνίτες στα 1905, μέσα στην πλατεία του χωριού, στο κέντρο της οποίας δεσπόζει η προτομή του Αθανασίου Διάκου.

Ο Άγιος Νικόλαος, παλιά εκκλησία στο νότιο-ανατολικό άκρο του χωριού
Η Παναγία, μικρή εκκλησία στο κέντρο του χωριού, χτισμένη πριν το 1800 ως ιδιωτική εκκλησία των Σαφακαίων.
Η Αγία Σωτήρα (Μεταμόρφωση του Σωτήρος), ένα μικρό εκκλησάκι στο Κοιμητήριο της Αρτοτίνας που βρίσκεται στις βορειοανατολικές παρυφές του χωριού.

Τα ξωκλήσια της Αρτοτίνας είναι πολλά:
1. η Αγία Τριάδα
2. ο Άγιος Κωνσταντίνος
3. ο Άγιος Αθανάσιος
4. ο Άγιος Σπυρίδωνας
5. ο Άγιος Παντελεήμων
6. η Αγία Παρασκευή
7. ο Άγιος Μάρκος (Αηγιοράκης)
Όλα λειτουργούν κατά την εορτή του Αγίου στον οποίο είναι αφιερωμένα.

Στοιχεία Επικοινωνίας

Έδρα: Αλκέτου 56 Βύρωνας, Αττική    Τηλέφωνο :2107655568   Fax:2107655568   Ε-mail:artotina.diakos@gmail.com

 

 

 

Κατασκευή Ιστοσελίδας

Doric Business Harmony PC   www.doricharmony.gr