Η Διείσδυση των τραγουδιών και του χορού των κλεφτών του έπους του 21' και του Αθανασίου Διάκου στο σημερινό Πολιτιστικό Γίγνεσθαι- Δρ. Άννα Παναγιωτοπούλου

Αγαπητοί συμπατριώτες και συμπατριώτισσες σας χαιρετώ.

  Θεωρώ χρέος μου κατ’ αρχήν να συγχαρώ τον Πρόεδρο, το Διοικητικό Συμβούλιο και όλους σας για την διεξαγωγή και φέτος της καθιερωμένης εκδήλωσης τα «Διάκεια» στην ωραία Αρτοτίνα, καθώς και να σας ευχαριστήσω για την τιμή που μου κάνατε να είμαι εδώ σήμερα μαζί σας. Σας ευχαριστώ όλους και εύχομαι να συνεχίσετε να διοργανώνετε αυτή την εκδήλωση και σαν μια αντίσταση προς την τάση που συμβαίνει σήμερα για αποδόμηση των ιστορικών γεγονότων, της ιστορικής μας μνήμης και γενικά των παραδόσεων που αφορούν στην Εθνική μας συνείδηση ως Ελληνο-ορθόδοξο λαό. 

Η εορτή αυτή, τα «Διάκεια», εγείρει μνήμες, τιμάμε τον ήρωα της απελευθέρωσής μας, τον πρωτομάρτυρα Αθανάσιο Διάκο και διαλαλούμε ότι αντιστεκόμαστε σε κάθε προσπάθεια που οδηγεί σε αλλοτρίωση και αποδόμηση των ιερών και οσίων της Πατρίδας μας, δηλαδή την Ιστορία μας, τη γλώσσα μας, τη θρησκευτική μας πίστη, γενικά τις παραδόσεις μας, τον πολιτισμό μας.
Ο Αθανάσιος Διάκος μαρτύρησε υπέρ Θρησκείας και Πατρίδας. Και με τον τρόπο που μαρτύρησε το βροντοφώναξε και ακούσθηκε η πίστη του αυτή όχι μόνο στους σκλαβωμένους Έλληνες, τους οποίους εμψύχωσε ως πρωτομάρτυρας και εθνομάρτυρας, αλλά και ευρύτερα στην Ευρώπη και σε όλη την οικουμένη. Δεν προσκύνησε ο Διάκος και μας δείχνει και θα μας δείχνει τι σημαίνει αυταπάρνηση και θυσία υπέρ πίστεως και πατρίδας.
Το 1824 ο Γάλλος (Fauriel) Φοριέλ που δημοσιεύει δημοτικά τραγούδια της Ελλάδας, στον πρόλογό του όσον αφορά στο τραγούδι που αναφέρεται στο θάνατο του Αθ. Διάκου, στην αυτοθυσία του, μεταξύ πολλών άλλων γράφει : «Και να λησμονηθεί το τραγούδι δεν θα λησμονηθούν το γεγονός και ο άνθρωπος. Η Ευρώπη όλη θα γνωρίζει το όνομα του Διάκου που υπήρξε ο πρώτος γενναίος Έλλην…ο πρώτος που επολέμησε για την ανεξαρτησία κατά το έπος 1821 και ο πρώτος ο οποίος απέθανε χάριν αυτής, της πατρίδας» (με ό,τι εγκλείει ο όρος πατρίδα). Πριν από το 1821 έχουν δώσει πολλοί αγωνιστές τη ζωή τους κατά τα διάφορα απελευθερωτικά κινήματα. Όμως μετά την επίσημη κήρυξη της επανάστασης του 1821 ο Διάκος είναι ο πρώτος μάρτυρας.
Έτσι ο Αθανάσιος Διάκος αποτελεί δόξα για του Χριστού την πίστη την Αγία και δόξα για την πατρίδα, την Ελλάδα. Γιατί πίσω από κάθε σταύρωση ακολουθεί η Ανάσταση.
Όπως προανέφερα το τραγούδι για τον Αθανάσιο Διάκο δημοσιεύθηκε το 1824 στη Γαλλία μαζί με πολλά τραγούδια της Ελληνικής παράδοσης ιστορικά, εθιμικά. Η τόσο σύντομη δημοσίευση του τραγουδιού για τον ηρωικό θάνατο του Διάκου μάς δείχνει ότι η λαϊκή μούσα αμέσως έκανε τραγούδι κάθε γεγονός που τη συγκινούσε. Και το τραγούδι διαδιδόταν από στόμα σε στόμα δηλαδή τα τραγούδια έλεγαν τα νέα, περιέγραφαν τα συμβαίνοντα, εξυμνούσαν τα κατορθώματα, τις νίκες, την αυτοθυσία υπέρ Πατρίδας και Θρησκείας των αγωνιστών. Τα τραγούδια λειτουργούσαν σαν εφημερίδες αλλά και εμψύχωναν τους αγωνιζόμενους Έλληνες.
Ο ηρωικός θάνατος του Διάκου που περιγράφεται στο τραγούδι του αγνώστου ποιητή (όπως συμβαίνει με όλα τα δημοτικά τραγούδια) πέρασε στα χείλη των αγωνιστών και του Ελληνικού λαού, συγκινούσε, εμψύχωνε, αναπτέρωνε, γινόταν υπόσχεση για συνέχεια του αγώνα μέχρι την απόκτηση της Ελευθερίας. Η αυτοθυσία γινόταν παράδειγμα προς μίμηση, γινόταν μέσον διάπλασης των παιδιών ν’ αποκτήσουν τις αρετές του παλληκαριού: το θάρρος, την ανδρεία, την αξιοπρέπεια ακόμα και μπροστά στο θάνατο, το σεβασμό στα ιερά και όσια.

Και εδώ θα αναφέρουμε κάποιους στίχους από το συγκεκριμένο τραγούδι :
«Ομέρ Βρυώνης πλάκωσε με δέκα οχτώ χιλιάδες.
Ο Διάκος σαν τ’ αγροίκησε πολύ του κακοφάνη
Ψηλήν φωνή εσήκωσε, τον πρώτον του φωνάζει
…………………………………………………….
Γλίγωρα και να πιάσωμεν κάτω στην Αλαμάνα
Καρδιά, παιδιά μου φώναξε, παιδιά μη φοβηθήτε
…………………………………………………….
Πάτε κι εσείς κι η πίστις σας, μουρτάταις, να χαθήτε
Εγώ Γραικός γεννήθηκα, Γραικός θέλ’ απαιθάνω
……………………………………………………
Τον Διάκο να χαλάστε, το φοβερόν τον κλέφτην
Τον Διάκο τόνε πήρανε και στο σουβλί τον βάλαν
Ολόρθον τον εστήσανε, κι αυτός χαμογελούσε
Την πίστιν τους τούς ύβριζε τους έλεγε μουρτάταις
Εμέν’ αν με σουβλίσετε ένας Γραικός εχάθη
Ας είν’ καλά ο Οδυσσεύς κι ο καπιτάν Νικήτας
Αυτοί θα κάψουν την Τουρκιά και όλον σας το Δεβλέτι».

Το ερώτημα που θέσαμε εδώ αφορά στο εάν και πως συνέβαλαν τα τραγούδια στον απελευθερωτικό αγώνα αλλά και στο πως επέδρασαν στο να γίνουμε και να είμαστε αυτοί που είμαστε μέχρι σήμερα και να διοργανώνουμε σήμερα εδώ στην Αρτοτίνα τα «Διάκεια». Τα στοιχεία για την επίδραση των τραγουδιών στον απελευθερωτικό αγώνα τα αντλούμε από τα ίδια τα γεγονότα που καταγράφονται σε απομνημονεύματα, όπως του συμπατριώτη μας Γιάννη Μακρυγιάννη και στις σελίδες τις ιστορίας, της λογοτεχνίας, της ποίησης και του ίδιου του δημοτικού τραγουδιού.

Όλοι γνωρίζουμε ότι όταν μιλάμε για τραγούδι – πέραν από το τραγούδι σε μοναχικές στιγμές, που αποτελούσε συντροφιά και εκτόνωση για όλους που, λόγω των συνθηκών ζωής βρίσκονταν συχνά μόνοι τους στις ραχούλες – ουσιαστικά μιλάμε για γλέντι. Το γλέντι σε όλη τη Ρούμελη και εδώ στα χωριά της Δωρίδας άρχιζε με τα κλέφτικα τραγούδια, με τα τραγούδια «τραπεζιού» και συχνά κατέληγε σε χορό. Τα τραγούδια τα χορευτικά «δεν πρέπει να πάνε χαμένα» έλεγαν οι ηλικιωμένοι.

Δηλαδή έπρεπε να γίνουν χορός και πάντα προέτρεπαν για χορό. Δηλαδή τραγούδι – γλέντι και χορός αποτελούν ενότητα.
Σύμφωνα με τις πηγές, στην κλέφτικη ζωή των Ελλήνων, του έπους του ’21, εμφανίζεται τραγούδι και χορός α) πριν από μάχη, β) μετά από μάχη, γ) σε ώρες ξεκούρασης, δ) σε πανηγύρια. Τραγούδι και χορός κατέχουν σημαντική θέση γενικά στον τρόπο ζωής της εποχής. Παρόλη τη σκλαβιά οι Έλληνες συνέχισαν να τραγουδούν και να χορεύουν. Στην ορεινή Ελλάδα ιδιαίτερα όπου οι Τούρκοι δεν πατούσαν συνήθως αλλά και λόγω των προνομίων που είχαν δοθεί στους Έλληνες, διατηρούσαν όλες τις παραδόσεις, τα έθιμα και τις γιορτές. Ας λάβουμε υπόψη μόνον το Λαμπριάτικο χορό στον εσπερινό της Αγάπης με πρώτον χορευτή τον ιερέα και όλη την κοινότητα να συμμετέχει σ’ αυτόν το χορό σε έναν κύκλο στον αυλόγυρο της εκκλησίας, τραγουδώντας με το στόμα με μία ανάσα τα καθιερωμένα Λαμπριάτικα τραγούδια. Το τραγούδι και ο χορός συνέβαλε στη διατήρηση της Ελληνικής γλώσσας κατά τα τετρακόσια χρόνια της σκλαβιάς από τους Τούρκους και συνέβαλε επίσης στην αυτογνωσία, στην αυτοεπιβεβαίωση, στην αυτοπεποίθηση, στη συνοχή της κοινότητας, στον αυτοπροσδιορισμό, στην ανανέωση και αποκατάσταση των σχέσεων, στην ελευθερία της έκφρασης, στην ψυχική ανάταση, στην αγωνιστικότητα κλπ. Σε χωριά της Δωρίδας καθιερωμένα τραγούδια στην Αγάπη της Λαμπρής ήταν : «Σήμερα Χριστός Ανέστη….» ως πρώτο τραγούδι και το δεύτερο τραγούδι συνήθως είχε ιστορικό χαρακτήρα, όπως «Οι Αντρειωμένοι», στο Μαλανδρίνο, το τραγούδι η «Λάμπρω» (που την κυνηγούσαν οι Τούρκοι) στην Αμυγδαλιά (και θα ήταν σημαντικό να ανασύρετε από τη λήθη τα Λαμπριάτικα τραγούδια της Αρτοτίνας και όλα τα εθιμικά).

Οι κλέφτες ήταν παιδιά των χωριών όπου γεννήθηκαν και καλλιεργήθηκαν μέσω αυτών των παραδόσεων, οπότε μετέφεραν και στην κλέφτικη ζωή αυτόν το σημαντικό τρόπο Ελληνικής επικοινωνίας, επαφής και έκφρασης, δηλαδή το Ελληνικό γλέντι.
Βασικό χαρακτηριστικό του κλέφτη ήταν η ανδρεία. Έπρεπε να ειπωθούν ανδρείοι στην κοινωνία των κλεφτών αλλά και ευρύτερα όπως υποδεικνύει η παράδοση, ο Θούριος του Ρήγα, το ίδιο το δημοτικό τραγούδι, τα πρότυπα και έπρεπε να αποδεικνύουν την αντρειοσύνη – το «όποιον πάρει ο χάρος» – τη λεβεντιά, την παλληκαριά.

Ένας τρόπος απόδειξης ήταν να αψηφούν το θάνατο και μάλιστα ενόψει της μάχης. Έτσι το να μπαίνει ο μαχητής στο χορό πριν τη μάχη τραγουδώντας, αντί του φόβου και του δισταγμού κυριαρχεί ο ενθουσιασμός, η χαρά, η απόφαση για αγώνα, για ελεύθερη ζωή πράγμα που απεικονίζει ο Μακρυγιάννης στα κείμενά τους καθώς και η πρόσκληση και πρόκληση του Οδυσσέα Ανδρούτσου να πιαστούν στο χορό, όσοι συμφωνούν μαζί του στο Χάνι της Γραβιάς . «Ε! παιδιά όποιος θέλει να μ’ ακολουθήσει, ας πιαστεί στο χορό» φώναξε και μπήκε χορεύοντας με 120 παλληκάρια στο πλινθόκτιστο εκείνο Χάνι.

Ο Μακρυγιάννης γράφει : «Κατέβασα καμιά εικοσαριά παιδιά και πιάσαν τον χορόν και τραγουδούσαν και χόρευαν (πριν από την μάχη με τον Ιμπραήμ). Εκεί ρίχνουν οι Τούρκοι και μου λάβωσαν δυό παιδιά εις τον χορόν. Κέρασα απόνα ρακί τους Έλληνες τους αθάνατους, τα γενναία λιοντάρια …. και τους τζάκισαν ….»
Όπως είπαμε παραπάνω οι Καπεταναίοι – Κλέφτες, οι ήρωες, οι μάχες, αποτέλεσαν πηγή έμπνευσης για τον ανώνυμο τραγουδιστή. Η περιοχή της Δωρίδας αποτέλεσε κέντρο του κλέφτικου κινήματος, που σημαίνει και κέντρο δημιουργίας και ανάπτυξης του κλέφτικου τραγουδιού, το οποίο είναι συνταιριασμένο με τη γύρω φύση και ζωή. Το κλέφτικο τραγούδι είναι ζυμωμένο με τα βουνά που σαν από θαύμα συνομιλούν, όπως μας λέει το ίδιο το τραγούδι:


«Ποιός είδε τέτοιο θάμασμα, παράξενο μεγάλο
να κουβεντιάζουν τα βουνά και οι κοντοραχούλες
η Λιάκουρα της Λειβαδιάς κι η Γκιώνα των Σαλώνων
και τα Βαρδούσια τα ψηλά…..»
ή
«Κλαίνε τα μαύρα τα βουνά, παρηγοριά δεν έχουν….»
ή
«Μέσ’ στην καρυά στον έλατο, κάθετ’ ο Καλτσοδήμος
με την Κρουστάλλω στο πλευρό την κοτζαμπασοπούλα
ο Διάκος απ’ τη μια μεριά και ο Γούλας απ’ την άλλη
…………………………………………………………
Εγώ κερνάω Διάκο μου κι εγώ σας τραγουδάω….»


Οι κλέφτες συμμετέχουν συχνά και στα πανηγύρια των χωριών και αψηφώντας τον κίνδυνο σύρουν το χορό, όπως γράφει ο Καρκαβίτσας για τον Σταματάκη σε πανηγύρι του Βελενίκου «Εισήλθε ο Σταματάκης μόλις δεκαπέντε αριθμών οπαδούς και επιάσθη εις τον χορόν. Αίφνης προέκυψε …. Τουρκικόν απόσπασμα πολυάριθμον… Ο Σταματάκης δεν εταράχθη καθόλου… Εξηκολούθησε τον χορόν. Αλλ’ ο Γετίμ… άρχισε να καλεί και άλλους Τούρκους… Ο Σταματάκης παραιτήσας τον χορόν, σύρει το γιαταγάνι, θέτει αυτό εις τους οδόντας, διέρχεται ατάραχος πλησίον των Τούρκων προσατενίζων αυτούς εις τους οφθαλμούς».
Επίσης ο Καρκαβίτσας γράφει : «Κατά την 15η Αυγούστου ετελείτο εν Αρτοτίνη, επί Τουρκοκρατίας λαμπρά πανήγυρις, καθ’ ην συνέρρεον από όλα τα μέρη της Δωρίδος πολυάριθμοι προσκυνηταί. Ο Διάκος …. ήρχισε μετ’ άλλων νέων να ρίπτει το λιθάρι, εις άπλωμα τι της πόλης». Πρόκειται για μια σημαντική μαρτυρία όσον αφορά στη συνέχεια των πανηγυριών μας μαζί με τις εθιμικές εκδηλώσεις, όπως οι αθλητικοί αγώνες επί Τουρκοκρατίας, αλλά και για τη συμμετοχή του Διάκου σε αγώνες ρίψης λιθαριού. Δηλαδή το πανηγύρι ως θεσμός που έχει την αρχή του στην αρχαία Ελλάδα, συνεχίστηκε επί Τουρκοκρατίας και μέχρι σήμερα. Έτσι εμείς έχουμε ευθύνη και χρέος προς τις επόμενες γενιές, για τη συνέχεια και διάρκειά του.


Μετά τις μάχες οι κλέφτες συχνά καταλήγουν σε χωριά για ξεκούραση και για συνύπαρξη με τους συμπατριώτες: «Πάμε στην Αγόριανη (γράφει ο Γ. Μακρυγιάννης) … τρώγαμε, πίναμε, χορεύαμε. Ο κόσμος κουβάλαγαν και μας κέρναγαν… στέκονται ολόρθοι και μας κερνάνε….». Για άλλη περίσταση γράφει: «Ότι οι άνθρωποι απολπίστηκαν. Αφού τους κέρασα πήρα τους εκατό και ήφερνα γύρα μ’ αυτούς τα πόστα όλα τραγουδώντας, όλοι εμείς οι εκατό και εμψυχώναμε τους ανθρώπους».
Με τα προαναφερόμενα δείχνεται ότι οι κλέφτες δεν είναι ξεκομμένοι και απόμακροι από τα χωριά. Γλεντούν σε χωριά, σε πανηγύρια, σε γάμους κτλ. Η παρουσία των αγωνιστών και μάλιστα στο χορό καθώς και τα στοιχεία που παρουσιάζουν τα κλέφτικα τραγούδια, τους καθιστούν πρότυπα για τα παιδιά και για τα παιδιά των παιδιών τους, δηλαδή γίνονται ζωντανά παραδείγματα και προκαλούν μίμηση. Ο λαός τους τραγουδάει και τους χορεύει με τ’ όνομά τους. Ο κόσμος λάτρευε το παλληκάρι και τον καπετάνιο.


Ο λαός όμως ήθελε, όπως είπαμε και να τους χορεύει γι’ αυτό συνταίριαξαν σε ένα τραγούδι τον Οδυσσέα με το Διάκο να ακούγονται στο τσάμικο: «Τ’ Ανδρούτσου η μάνα χαίρεται του Διάκου καμαρώνει…», κι αντιλαλούν τα βουνά της Δωρίδας, της Ρούμελης και ευρύτερα σε άλλες περιοχές, κάθε χρόνο από τις παραγγελίες των χορευτών αυτού του τσάμικου σε όλα τα πανηγύρια.


Στην περιοχή της Δωρίδας σύμφωνα με τα στοιχεία ευρύτερης έρευνα τον καλό, τον όμορφο χορό ανδρών και γυναικών τον χαρακτηρίζουν με τους όρους: λεβέντικός, παλληκαρήσιος, μερακλίδικος χορός και είναι τέτοιος ο χορός όταν ο χορευτής εκδηλώνει δύναμη ψυχής, ελευθερία έκφρασης, συγκίνηση, ευπρέπεια, αλήθεια, μέτρο, φυσικότητα και απλότητα, δηλαδή είναι χορός συνταιριασμένος με το λιτό και αδρό στοιχείο της φύσης της Δωρίδας.
Μέχρι σήμερα σε κάθε χαρά ή γεγονός οικογενειακής και κοινοτικής ζωής παρεισφρύει μέσω των τραγουδιών και η ανάμνηση ιστορικών γεγονότων της κλέφτικης ζωής, η οποία γίνεται ζώσα πραγματικότητα, γίνεται υπόσχεση μέλλουσας συμπεριφοράς και θεμελίωση συγκεκριμένου ήθους, αυτού του ήθους της λεβεντιάς και παλληκαριάς που δεν υπολογίζει τα πράγματα μόνο με το μυαλό, δεν τα ζυγίζει μόνο με τον νου αλλά και με την καρδιά, με το μέγεθος της ψυχής.
Πέραν όμως από τος αυθόρμητες λαϊκές εκδηλώσεις έχουν καθιερωθεί σε όλη την Ελλάδα, αλλά και στη Φωκίδα οργανωμένες εκδηλώσεις που σχετίζονται με ιστορικά πρόσωπα, με ιστορικά γεγονότα, όπως τα «Διάκεια» εδώ στην Αρτοτίνα και Μουσουνίτσα, «ο χορός των αντρειωμένων» στο Λιδωρίκι, τα «Μακρυγιάννεια» στο Κροκύλειο, κ.α.


Και όλα αυτά συμβαίνουν μέχρι σήμερα και μάλιστα από κοινωνίες που δεν τις χαρακτηρίζει συνεκτική κοινωνική δομή λόγω της αστυφιλίας. Παρ’ όλα αυτά είμαστε εδώ σήμερα και μιλάμε για αυτά που μας συνδέουν, είτε ρίχνοντας το λιθάρι, είτε τραγουδώντας, είτε χορεύοντας πιασμένοι ο ένας με τον άλλον. Συνεχίζουμε να διεκδικούμε τον Ελληνικό πατροπαράδοτο τρόπο επικοινωνίας, έκφρασης και ζωής και ευχόμαστε να συνεχίσουμε. Ο ήρωάς μας Αθανάσιος Διάκος και όλοι οι ήρωες να αποτελούν πάντα σημείο συνάντησης, συνεύρεσης, συζήτησης και επαναπροσδιορισμού της ζωής μας. Ευχόμαστε να εγείρουμε μνήμες, να συντραγουδάμε και να συνχορεύουμε διατηρώντας ο καθένας την προσωπική παραγγελία του τραγουδιού που επιθυμεί να χορέψει, διότι η Ελληνική χορευτική και κλέφτικη παράδοση μάς θέλει μαζί ως συνχορευτές μεν αλλά να συνχορεύουμε στα πατήματα του πρώτου χορευτή, του κάθε πρώτου που αποτελεί και χορευτική μονάδα.


Και είναι χορευτική μονάδα, εφ’ όσον ο κάθε πρώτος χορευτής παραγγέλλει το τραγούδι που επιθυμεί και χορεύει στην πρώτη θέση του κύκλου ως πρόσωπο συγκεκριμένο, ως χορευτική προσωπικότητα. Χορεύει ελεύθερα και ο χορός του έχει την προσωπική του σφραγίδα. Δηλαδή η χορευτική παράδοση του τόπου αποτελεί τη βάση των πατημάτων αλλά και τη σύνθεση των κινήσεων, του τρόπου που ερμηνεύει ο κάθε πρώτος χορευτής τη μουσική και το τραγούδι κι έτσι ο χορός του εμφανίζεται και δικός του, προσωπικός στον ορίζοντα όμως της τοπικής χορευτικής παράδοσης.


Ο κάθε πρώτος του χορού εκθέτει τον εαυτό του στο κοινό, συγκινείται και συγκινεί, δείχνει αρετές, υποδεικνύει στάση ζωής, διδάσκει, γίνεται φορέας της μεγάλης ιστορικής χορευτικής παράδοσης, όπως και οι κλέφτες μας. Οι χοροί μας, και ιδιαίτερα το τσάμικο, αποπνέουν ελεύθερο ήθος, ψυχική ανάταση, ψυχική δύναμη και τάση απελευθέρωσης και αντίστασης προς ό,τι καταδυναστεύει την ύπαρξη του ανθρώπου.


Ο αναστάσιμος, ο ανανεωτικός και ο ενωτικός χαρακτήρας του τραγουδιού της μουσικής και του χορού της Δωρίδας και ευρύτερα της Ρούμελης μπορεί σήμερα να εμφανίζεται ως παρωχημένος, λόγω της μαλθακότητας που χαρακτηρίζει την εποχή μας, αλλά αυτό το ήθος και ύφος αυτής της παράδοσης συνομιλεί με την Ιστορία μας, με τη φύση, με τους απελευθερωτικούς αγώνες της Ελλάδας, με τους κλέφτες και τους ήρωες και αποτελεί σχολείο Ελληνικής αυτογνωσίας και αντρειοσύνης για γυναίκες και άντρες.


 Σημείωση και κατάθεση τραγουδιού για τον Αθανάσιο Διάκο
Στις 18-9-2016, στην Ιερά μονή του Οσίου Δαυίδ στην Εύβοια, ο Μοναχός Λογγίνος, ετών 77, καταγόμενος από την Ορεινή Ναυπακτία μού παρέδωσε το παρακάτω τραγούδι και θεώρησα χρέος μου να το παρουσιάσω σ’ αυτήν την εργασία.
Ο Μοναχός Λογγίνος με τη Ρουμελιώτικη καρδιά, μού είπε ότι, δεν γνώριζε ο ίδιος την πηγή και ότι θεωρεί πως είναι Κλέφτικο. Σύμφωνα με την πληροφορία του Μοναχού Λογγίνου το τραγούδι αυτό το παρέδωσε στον Πρωτοσύγκελο Κηφισιάς Χρ. Κυριακόπουλο ο οποίος το μελοποίησε σε τετράσημο ρυθμό και το κυκλοφόρησε με τον τίτλο
«Θρήνος για τον Αθανάσιο Διάκο», στις 20-3-2007.
Ίσως αυτό το τραγούδι να το τραγουδούσαν (έψαλλαν) μοναχοί σε μοναστήρια σαν ύμνο προς τον Αθανάσιο Διάκο σε ποιμενικές ή γεωργικές εργασίες της μοναχικής ζωής.
Το εν λόγω τραγούδι μάς λέει:

Είκοσι τρεις του Απριλιού και τ’ αη Γιωργιού η μέρα,
Το Διάκο παν για σούβλισμα στην Αλαμάνα πέρα.
Θανάση μου λεβέντη μου της Ρούμελης καμάρι
Για ιδές καιρό που διάλεξεν ο χάρος να σε πάρει.
Όταν ανθίζουν τα κλαριά κι έβγανε η γης χορτάρι
Γιατί ήσουνα περήφανο και άξιο παλληκάρι
Εσύ Χριστόν ελάτρεψες και τη γλυκειά Ελλάδα
Γι’ αυτά τα δυό μαρτύρησες και γίνηκες λαμπάδα
Διάκο, Διακοθανάση μας και του Χριστού στρατιώτη
Αξέχαστος μας έμεινες, γενναίε Ρουμελιώτη
Το ράσο σου που τίμησες και πότισες με αίμα.
Θα μένει πάντα σύμβολο σ’ όλο το εικοσιένα.

 


Αν επιθυμείτε να μας κοινοποιήσετε το κείμενο σας προκειμένου να το αναρτήσουμε στην ιστοσελίδα μας, μπορείτε να μας το αποστείλετε ηλεκτρονικά στη διεύθυνση artotina.diakos@gmail.com αναγράφοντας ως θέμα "Άρθρο προς ηλεκτρονική ανάρτηση" καθώς και το ονοματεπώνυμο σας.

Tο περιεχόμενο των κειμένων θα έχει αποκλειστικά θεματικό κέντρο τον πολιτισμό, τις παραδόσεις, τα ήθη και τα έθιμα της ιδιαίτερης πατρίδας μας καθώς και της εύρυτερης περιοχής της Δωρίδος.

Θα χαρούμε να φιλοξενήσουμε τα έργα σας.


.