Αθανάσιος Διάκος

Ο Διάκος γεννήθηκε στην Αρτοτίνα το 1781/1782. Ήταν το πέμπτο παιδί της οικογένειας του Μουσουνιτσιώτη Γεώργιου Πανουργιά, που υιοθετημένος από το θείο του Θανάση Γραμματικό είχε γίνει γνωστός στην Αρτοτίνα με το προσωνύμιο Ψυχογιός, παντρεύτηκε με την Αρτοτινή Χρυσούλα Καφούρα ή Μπουκουβάλα. Τα υπόλοιπα τέσσερα  παιδιά ήταν η Σοφία, η Καλομοίρα, ο Αποστόλης και ο Κωνσταντίνος. Ο Κωνσταντίνος υιοθετήθηκε από την άκληρη θεία του Στάμω, σύζηγο Γιάννη Μασσαβέτα, στην  Άνω Μουσουνίτσα και πήρε το επώνυμο Μασσαβέτας δημιουργώντας έτσι της έκτοτε γενιάς των Μασσαβεταίων. Ο Θανάσης επέλεξε το επώνυμο Διάκος κατά τη παραμονή του στο μοναστήρι του Προδρόμου, όπου μπήκε περίπου δώδεκα ετών, σαν καλογεροπαίδι μετά τη θανάτωση του πατέρα του και του αδερφού του Αποστόλη από τους Τούρκους. Εκεί ανδρώθηκε με άσβεστο μίσος για τους Τούρκους που τον οδήγησε διαδοχικά στα κλέφτικα σώματα του Τσαμ-Καλόγερου και του Σκαλτσοδήμου, για να καταλήξει λίγα χρόνια πριν την επανάσταση πρωτοπαλίκαρο του Οδυσσέα Ανδρούτσου στη Λειβαδιά, της οποίας ανέλαβε το αρματολίκι (όπως και του Ταλάντιου δηλαδή της Αταλάντης) στις παραμονές της εξέγερσης το 1820 έχοντας ήδη μυηθεί στη Φιλική Εταιρία. Από κει ξεκίνησε για την Αλαμάνα με το γνωστό ηρωικό του τέλος που συγκλόνισε αλλά ταυτόχρονα συνήγειρε το Πανελλήνιο και όχι μόνο.