Η Αρτοτίνα είναι ένα ιστορικό, ονομαστό και γραφικό κεφαλοχώρι, που βρίσκεται στο βορειοδυτικό άκρο του Δήμου Δωρίδας της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Φωκίδας. Είναι χτισμένη σε πλαγιά, στους πρόποδες των Βαρδουσίων, σε υψόμετρο 1100-1350 μέτρων (υψόμετρο πλατείας 1180 μέτρα).

Απέναντι στον οικισμό, ανατολικά, ορθώνεται ο κύριος όγκος των Βαρδουσίων με την ψηλότερη κορυφή, την Πυραμίδα, να έχει ύψος 2350 μέτρα.

Η κορυφογραμμή των Βαρδουσίων αποτελεί το φυσικό ανατολικό όριο της περιφέρειας Αρτοτίνας με τις περιφέρειες των χωριών Άνω Μουσουνίτσας (ήδη Αθανάσιος Διάκος) και Κάτω Μουσουνίτσας, του Δήμου Δελφών του ιδίου Νομού.

Από πλευράς εκτός Νομου Φωκίδας, η Αρτοτίνα συνορεύει: ανατολικά και βορειοανατολικά με τη Φθιώτιδα (χωριά Κολοκυθια, Αργύρια), νοτιοανατολικά και δυτικά με τη Ναυπακτία (χωριά Καλλονή και Κυδωνιά), βορειοδυτικά και Βόρεια επίσης με τη Ναυπακτία (χωριά Λεύκα και Γραμμένη Οξυά) και φυσικό σύνορο το ποτάμι Εύηνος.

Οι πριονωτές κορυφογραμμές και οι απόκρημνες και απρόσιτες ορθοπλαγιές της οροσειράς των Βαρδουσίων είναι ένας πρόσθετος λόγος που τα Βαρδούσια βρίσκονται στη πρώτη σειρά ενδιαφέροντος, ιδίως αναρριχιτικού, ορειβατών και φυσιολάτρων. Μεταξύ των καταγεγραμμένων αναρριχητών, περιλαμβάνεται και ο κατακτητής του Έβερεστ, Άγγλος Χίλλαρυ. Το θέαμα, σχεδόν με γυμνό μάτι, που αντίκρυσαν, όπως περιγράφεται από τυχερούς που πάτησαν τις κορυφές Πυραμίδα & Κόρακα, είναι ασύλληπτο: Προς βορράν η Όθρυς, ο Τυμφρήστος, ο Θεσσαλικός κάμπος με τον Όλυμπο στο βάθος, προς Νότο ο Κορινθιακός και Πατραϊκός κόλπος, τα βουνά της Πελοποννήσου μέχρι τον Ταϋγετο, προς Ανατολάς Φθιώτιδα, Μαλιακός και Ευβοϊκός κόλπος, Εύβοια, Αιγαίο πέλαγος μέχρι νησιά Σποράδες και Χαλκιδική, Νοτιοανατολικά ξεχωρίζει Βοιωτία και Αττική.

Τρία ποτάμια διασχίζουν την περιφέρεια της Αρτοτίνας: Η Σαϊτα ... από τη νοτιοδυτική πλευρά της περιοχής, οδεύει σχεδόν κατά μήκος χαράδρας που σχηματίζεται ανάμεσα στις υπώρειες των Βαρδουσίων και της πλαγιάς που βρίσκεται στα πόδια του οικισμού της Αρτοτίνας. Συνεχίζοντας συναντά τον Βαρδουσιώτη που πηγάζει απ’ τα Βαρδούσια και, μαζί πλέον, ενώνεται με το άλλο ποτάμι, την Καρυά ή Καρυοπόταμο, που είναι το μεγαλύτερο ποτάμι της περιοχής, που πιάνεται ψηλά στα Βαρδούσια, ανατολικά, κατηφορίζει προς δυσμάς και ενώνεται με το δίδυμο Σαϊτα-Βαρδουσιώτης. Παραλαμβάνονται και τα νερά της Ρεματιάς Σιτίστα, συνεχίζει την πορεία του, ως Εύηνος (Φιδάρης) πλέον, στη Ναυπακτία, προς το φράγμα Αγίου Δημητρίου (που ενισχύει τα αποθέματα της λίμνης Μόρνου) με την υπερχείλιση του φράγματος να καταλήγει στη θάλασσα του Γαλατά, δίπλα στο Ευηνοχώρι Μεσολογγίου.

Η περιοχή της Αρτοτίνας είναι κατάφυτη από Έλατα και ακολουθούν σε μικρότερο βαθμό κέδρα και βελανιδιές (χωρίς να λείπουν σε ικανό αριθμό πλατάνια, καστανιές, καρυδιές κλπ).

Απέναντι απ΄την Αρτοτίνα, στη δυτική γυμνή πλαγιά του Κόρακα, είναι υπεραιωνόβια ξεκομμένα «πέντε κέδρα» στο σχήμα του «5» της τράπουλας. Συνιστάται στον επισκέπτη να ζητήσει να του τα δείξουν. Στην πλούσια χαμηλή βλάστηση αξίζει να αναφερθούν τα φαρμακευτικά φυτά και βότανα: Άφθονη ρίγανη, χαμομήλι και αρωματικά, Βαρδουσιώτικο τσάι. Όλες οι πλαγιές των γυμνών βουνών είναι κατάφυτες από τούφες τσαγιού σαν να είναι σπαρμένες.

Τα Βαρδούσια ίσως προσελκύσουν στο μέλλον, το ενδιαφέρον και των βοτανολόγων. Η περιοχή της Αρτοτίνας προσφέρεται για το σπορ του κυνηγιού (όταν επιτρέπεται): Μεμονωμένοι κυνηγοί ή παρέες, από τη Στερεά Ελλάδα και την περιοχή Πατρών, επιδίδοντας στο κυνήγι του αγριογούρουνου, του λαγού, αλά και πουλιών.
Το κλίμα της Αρτοτίνας είναι ηπειρωτικό, με ξηρότητα της τάξης 0.40 και γι’αυτό παλαιότερα, όταν η φυματίωση και η ελονοσία μάστιζαν τους κατοίκους των πόλεων, κάμπων και παραλιών της χώρας, το κλίμα της Αρτοτίνας ήταν ιδεώδες για την αποκατάσταση της υγείας τους.