Ιστορία Αρτοτίνας

ΑΡΧΑΙΑ ΙΣΤΟΡΙΑ

Ο Παυσανίας στα «Φωκικά» του αναφέρεται σε πληροφορίες αναγόμενες στη μυθολογία της ευρύτερης περιοχής όπως:

α) ο Ποταμός Εύηνος ονομάζεται Λυκόρμας . Πήρε το σημερινό όνομα κατά την περίοδο δράσης του μυθικού ήρωα Ηρακλή
β) ο χώρος που σήμερα ονομάζεται «Δωρίδα» λεγόταν στην αρχαιότητα « Εσπέρια Λοκρίς». Οι κάτοικοί του ήταν οι «Όζολοι Λόκροι» ενώ στη περιοχή Αρτοτίνας κατοικούσε μερίδα αυτών, οι «Βωμιείς».

Γ) Τα σημερινά «Βαρδούσια» ονομάζονταν «Κόραξ», όπως άλλωστε «Κόρακας» ονομάζεται και σήμερα η ψηλότερη κορυφής τους.
Εφεξής, όπου αναφέρεται «Αρτοτίνα», για λόγους συντομίας, εννοούμε την περιοχή όπου κατοικούσαν οι Βωμιείς. Η ονομασία «Αρτοτίνα» γίνεται γνωστή αργότερα στα χρόνια της Τουρκοκρατίας.

Ο Θουκιδίδης, περιγράφοντας τη δραστηριότητα του Αθηναίου στρατηγού Δημοσθένη κατά τον Πελοπονησιακό πόλεμο, αναφέρεται στις επιχειρήσεις και καταγράφει τις υπαρκτές αρχαίες πόλεις Ευπαλίο, Αιγίτιο, Πολιδάνεια, Τειχίο, Κροκύλιο, ενώ ουδεμία ένδειξη έχουμε αν υπήρχε πόλη με το όνομα Βωμέα στην περιοχή των Βωμιέων, δηλαδή της Αρτοτίνας, πέρα από τις μαρτυρίες για την ύπαρξη Οφιονέων - Βωμιέων και της ενεργού συμμετοχής τους στο πλευρό των Αιτωλών (και των Λακεδαιμόνων) κατά τον Πελοπονησιακό πόλεμο.

Πάντως σε καμία περίπτωση η αρχαία πόλη Ερινέος του συμπλέγματος της Δωρικής τετράπολης (Ερινέος, Κυτίνιον, Βοϊον, Πίνδος) στην Ανατολική Στερεά Ελλάδα είναι η αρχαϊκή Αρτοτίνα όπως ανακριβώς ταυτίστηκε για αρκετά χρόνια και έχει και από σύγχρονους συγγραφείς (Φιλήμων, Βαλαωρίτης) αναφερθεί: Είναι ήδη εξακριβωμένο ότι ο Ερινεός βρισκόταν εκεί όπου σήμερα είναι το χωριό Καστέλια της Παρνασσίδας.

Κατά τους ελληνιστικούς χρόνους (323-30 πΧ) οι Βωμιείς βρίσκονται ενταγμένοι στο Αιτωλικό έθνος το οποίο, βαθμιαία, επεκτάθηκαν ανατολικά μέχρι τα βουνά Οξυά, Βαρδούσια και Γκιώνα, όρια μεταξύ Αιτωλίας και Αρχαίας Δωρίδας, με το Στράβωνα να γράφει ότι ο «Κόραξ όρος απότομο και πετρώδες, χωρίζει την Αιτωλία από τους Λόκρους Οζολούς». Δημιουργήθηκε έτσι η Αχαϊκή συμπολιτεία (γύρω στα 290πΧ), η οποία πολέμησε εναντίον των Μακεδόνων. Φαίνεται ότι στο δύσβατο πέρασμα (στα σύνορα των περιφερειών Αρτοτίνας και Γραμμένης Οξυάς-Σιτίστας) από τη Θεσσαλία προς τη χώρα των Αιτωλών έπαιξε σημαντικό ανασχετικό ρόλο στη επανηλημμένες εξορμήσεις των Μακεδόνων και, τελικά, μόνο έναν αιώνα περίπου αργότερα, ο Φίλιππος κατάφερε να καταλάβει την Αιτωλία και να καταστρέψει την πρωτεύουσα της Αιτωλικής Συμπολιτείας, το Θέρμο. Ένα αξιόλογο μνημείο που οι ειδικοί τοποθετούν στην ελληνιστική περίοδο είναι η Γονοκλησιά, στα σύνορα περίπου των δύο περιφερειών, αποτελεί μαρτυρία πιθανός τόπου σύγκρουσης Αιτωλών με τους Μακεδόνες: πρόκειται κατά τις εκτιμήσεις ειδικών, για ερείπια μακεδονικού τάφου πιθανόν στρατιωτικού ηγέτη της εποχής.Κάποια επιγραφή ή άλλα στοιχεία (χρονολογία, όνομα) δεν βρέθηκαν. Πάντως το μηνμείο έχει προκαλέσει το ενδιαφέρον πολλών σύγχρονων μελετητών. Αναφέρεται σε έκθεση του Έπαρχου Δωρίδος Κ. Καλαμίδα (1849) και έκτοτε από τους αρχαιολόγους Ν.Παπαδάκη και Δ. Βοκοτόπουλο, με εκτενή δημοσιεύματα στο «Αρχαιολογικό Δελτίο», τον ιστορικό καθηγητή Γ. Κρέμο και βέβαια, το γνήσιο Αρτοτινό λαογράφο Δ. Λουκόπουλο.

Σε ότι αφορά στην ονομασία «Γενοκλησιά» φαίνεται ως πιθανότερη η εξήγηση του Δ.Λουκόπουλου: Το μνημείο χρησιμοποιήθηκε κατά τους Χριστιανικούς χρόνους, σαν εκκλησία, όπου μία φορά το χρόνο, στη γιορτή του Αγίου Πνεύματος «γονάτιζαν και προσεύχονταν εκεί».

Πέρασμα των Γαλάτων από την περιφέρεια δεν υπήρξε αφού άλλωστε οι τελευταίοιπροτιμούσαν κάμπους και παράλια μέρη.

Το ίδιο ισχύει και για την Ρωμαϊκή αυτοκρατορία και το Βυζάντιο που ακολούθησαν. Πάντως η διάδοση της Ορθοδοξίας στην ευρύτερη περιοχή της Αιτωλικής Συμπολιτείας ( όπου περιλαμβάνεται και η χώρα των Βωμιέων) με τις μνημονεύσεις ήδη από το 197 μΧ του Καλλικράτη, ως Επισκόπου Ναυπάκτου, δείχνει κάποια σχέση της περιοχής με το Βυζαντινό κράτος.

Ουδέν στοιχείο υπάρχει στη περιφέρεια των Βωμιέων που να μαρτυρεί το πέρασμα Ενετών και Φράγκων.

Αντιθέτως, υπάρχουν στοιχεία που επιβεβαιώνουν την παραμονή/συνύπαρξη του ελληνικού στοιχείου, για πολλούς αιώνες, με τους Σλάβους και Βλάχους στην ορεινή Δωρίδα και Ναυπακτία. Η συνύπαρξη, ιδίως των Βλάχων με το ελληνικό στοιχείο, είχε επίπτωση στη διαμόρφωση γλωσσικου ιδιώματοςμε πολλές λέξεις βλάχικης προέλευσης, σε τοπονύμια, ονομασίες φαγητών κλπ, που έχουν φθάσει μέχρι τις μέρες μας. Ακόμη και η ονομασία «Αρτοτίνα» (βλ. ενότητα «Περίοδος Τουρκοκρατίας») φαίνεται να ανήκει σ’αυτή την ομάδα τοπονυμίων. Η επιρροή των Σλάβων στο γλωσσικό θέμα είναι πολύ περιορισμένη.


 

ΠΕΡΙΟΔΟΣ ΤΟΥΡΚΟΚΡΑΤΙΑΣ

Το ορείνό και δυσπρόσιτο περιβάλλον της περιοχής απέτρεψε μόνιμη εγκατάσταση Τούρκων. Εξασφάλιζαν την είσπραξη των φόρων μέσω των τοπικών προυχόντων (κοτζαμπάσηδων) αρχικά και αργότερα μέσω των κλεφταρματωλών, οι οποίοι βέβαια έιχαν και το δικό τους μερίδιο στις εισπράξεις.

Το χωριό που μεγάλωσε σημαντικά μετά την μετακίνηση σ’αυτό νομαδικών ποιμενικών πληθυσμών (σκηνιτών) αλλά και κατοίκων από γειτονικά καμποχώρια για να γλυτώσουν τους διωγμούς των Τούρκων, εξελίχθηκε σε δυνατό κεφαλοχώρι της περιοχής. Σ’αυτή την περίοδο ανάγεται η εμφάνιση του χωριού με τη σύγχρονη ονομασία. Σύμφωνα με την τοπική παράδοση οι πρώτοι κάτοικοι που εγκαταστάθηκαν μόνιμα στη σημερινή θέση (η παλαιά θέση του χωριού των Βωμιέων ήταν απέναντι, στη τοποθεσία του Αη-Δημήτρη), προέρχονταν από την Άρτα, απ’όπου πήρε το πρώτο συνθετικό του ονόματός της. Πολλά οικογενειακά ονόματα της Αρτοτίνας, εμφανίζονται με έντονη δράση στις περιοχές της Άρτας και του Βάλτου.

Εκτός της παράδοσης, υπάρχουν και γραπτά στοιχεία που αναφέρονται στην πιο πάνω παράδοση, όπως ο Πούκεβιλ, πρόξενος της Γαλλίας κοντά στον Αλή Πασά, που περιηγήθηκε την περιοχή (1805-1815) και ο Ηπειρώτης δάσκαλος Φ.Παπαδόπουλος (1858), που υπηρετύσε στην Αρτοτίνα.
Το κύμα μετανάστευσης απ’την περιοχή της Άρτας προς ασφαλέστερα ορείνα μέρη της κεντρικής Ελλάδος, έγινε γύρω στα 1585 μετά από μεγάλη καταστροφή της τελευταίας.

Όσον αφορά το δεύτερο συνθετικό της ονομασίας «ΤΙΝΑ», η πιθανότερη εξήγηση (Γ.Ρουφαγάλης, «Αρτοτίνα») είναι να προέρχεται από τη λατινογενή ρουμάνικη λέξη «TINAR” που σημαίνει «ΝΕΟΣ» και άρα η λέξη «Αρτοτίνα» σημαίνει ΑΡΤΑ ΝΕΑ. Ας σημειωθεί ότι στην ορεινή Ναυπακτία υπάρχει χωριό με το όνομα Αρτοτίβα.
Από τον συνδυασμό πολλών στοιχείων από το αρχείο Ανδρίτσου Σαφάκα που επεξεργάστηκε και ταξινόμησε ο Δ. Λουκόπουλος (1927) προκύπτει αβίαστα το συμπέρασμα ότι η Αρτοτίνα υπήρχε στη σημερινή της θέση (αλλά και το Μοναστήρι του Προδρόμου) ήδη τουλάχιστον από το 1600, ίσως και πριν από αυτή τη χρονολογία.