Ανδρίτσος Σαφάκας

Ο Ανδρίτσος Σαφάκας γεννήθηκε στην Αρτοτίνα στα 1775-1780. Μπήκε νωρίς στην κλέφτικη ζωή. Πριν από το 1806 έγινε καπετάνιος σε κλέφτικη ομάδα και εκείνη τη χρονιά κατέφυγε προσωρινά στην Αγία Μαύρα, για να σωθεί από την καταδιωκτική μανία του Αλή πασά. Η κλέφτικη δράση του Σαφάκα συνεχίστηκε ως τα 1812. Στη συνέχεια προσκύνησε το Βελή και αναγνωρίστηκε καπετάνιος των Κραβάρων.

Στα 1820 ήταν ήδη μυημένος στη Φιλική Εταιρεία. Με την έναρξη της Επανάστασης ο Σαφάκας είχε να επιτελέσει δυο αποστολές: η πρώτη ήταν να κρατάει την ορεινή διάβαση της Οξιάς και να εμποδίζει τη διέλευση τούρκικων στρατευμάτων. Και η δεύτερη να δίνει βοήθεια σε άλλα μαχόμενα ελληνικά Σώματα.
Για να ανταποκριθεί στην αποστολή του αυτή, ο Σαφάκας κατασκεύασε στη ράχη της Οξιάς οχυρωματικά έργα (ταμπούρια) που ονομάστηκαν <<του Σαφάκα τα ταμπούρια>>. Σ’ αυτή τη στρατηγική θέση ο Σαφάκας διατηρούσε μόνιμο στρατόπεδο (ορδί). Από τον Απρίλιο του 1821 και μετά o Σαφάκας έλαβε μέρος σε διάφορες μάχες με σημαντικότερη αυτή της Παπαδιάς. Προστάτεψε τα απροσκύνητα χωριά των Κραβάρων, όταν οι πασάδες Σκόντρα και Ισμαήλ με ισχυρές τουρκικές δυνάμεις εισέβαλαν στα Κράβαρα.

Προστάτεψε τον πληθυσμό της Αρτοτίνας, όταν "οι Καρπενησιώτες Τούρκοι ακολουθώντας το σύρραχο της Οξιάς …ξεχύθηκαν προς Σιτίστα, με διαθέσεις να στραφούν και προς την Αρτοτίνα." Τον Ιούλιο του 1825 ενίσχυσε με δυνάμεις του τους πολιορκημένους του Μεσολογγίου.
Μετά την πτώση του Μεσολογγίου έκανε καπάκια με τους Τούρκους, για να σώσει τους πληθυσμούς. Ακολούθησε τον Καραϊσκάκη, όταν έγινε αρχιστράτηγος, και μετά το θάνατό του ξαναπήρε αμνηστία.

Ωστόσο ο Σαφάκας εξακολουθούσε να είναι επίφοβος για τους Τούρκους. Έτσι στα τέλη Αυγούστου του 1828 τον συνέλαβαν και τον οδήγησαν ως όμηρο στα Γιάννενα μαζί με τα πιστά παλικάρια του. Κατόρθωσε να δραπετεύσει, μαζί με τους συντρόφους του και δολοφονήθηκε στο γεφύρι της Τατάρνας από ανθρώπους του αδελφοποιτού του Σωτήρη Στράτου, συνεργατών των Τούρκων και του Κιουταχή.